Τετάρτη, 24 Απριλίου 2019

Τεκτονική της Ελλάδας.


ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

1. Προλογος.

Στο παρόν άρθρο περιγράφω τα γενικά αποτελέσματα των ερευνών μου σχετικά με την Γεωλογία της Ελλάδας. Μετά από πολυετείς έρευνες έχω καταλήξει στην απόρριψη των ήδη διατυπωμένων ορογενετικών μοντέλων στρωματογραφίας και τεκτονικής, δηλαδή των λεγόμενων Γεωτεκτονικών Ζωνών και των Τεκτονοστρωματογραφικών Πεδίων, που υποτίθεται ότι δομούν τον ελληνικό χώρο. Ο κύριος λόγος της απόρριψης ήταν το γεγονός, ότι οι δικές μου παρατηρήσεις - χαρτογραφήσεις  δεν συμφωνούσαν με τα παραπάνω θεωρητικά μοντέλα.

Μεγάλο μειονέκτημα των παραπάνω θεωριών είναι, ότι δεν οδηγούν σε ένα ενιαίο και συνεκτικό μοντέλο τεκτονικής, που θα μπορούσε να εφαρμοσθεί σε ολόκληρον τον ελληνικό χώρο, αλλά διαίρούν τον χώρο αυτόν σε μικρά τμήματα, με διαφορετική γεωλογική προέλευση και ιστορία το καθένα. Επειδή, όμως, το γενεσιουργό αίτιο της ορογένεσης είναι η μετακίνηση των πλακών Αφρικής και Ευρασίας, οι οποίες έχουν τεράστιες διαστάσεις, σε σχέση με το μέγεθος της Ελλάδας, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η ορογένεση επηρέασε σχεδόν ομοιόμορφα ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ακόμη και εάν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, ο χώρος αυτός υποδιαιρέθηκε σε μικρότερες πλάκες (μικροπλάκες).   

Κατά την διάρκεια των ερευνών μου, αντιλήφθηκα ότι τα σπουδαιότερα τεκτονικά γεγονότα συνέβησαν κατά το Τέλος Μειοκαίνου - Αρχές Πλειοκαίνου και μάλιστα αυτά επηρέασαν ομοιόμορφα τον ελληνικό χώρο. Η οριζόντια τεκτονική, δηλαδή η επώθηση της Ευρωπαϊκής επί της Αφρικανικής Πλάκας, σε συνδυασμό με τις πτυχώσεις που επακολούθησαν, έπαιξαν τον σπουδαιότερο ρόλο στην διαμόρφωση της γεωλογικής δομής της Ελλάδας. Τελικά, κατέληξα στην διατύπωση μιας νέας ορογενετικής θεωρίας, που την ονόμασα Θεωρία της Επαλληλίας των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής - Theory of the Superposition of the Tectonic Plates of Europe and Africa. Η ανάλυση της θεωρίας αυτής αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

Αποδεικνύεται ότι στον σχηματισμό των ελληνικών ορέων συμμετέχουν πετρώματα, που προέρχονται τόσο από την Αφρικανική Πλάκα, όσο και από την Ευρωπαϊκή, με κύριο χαρακτηριστικό, ότι τα πετρώματα της μιας πλάκας διαφέρουν ριζικά από τα πετρώματα της άλλης. Το γεγονός αυτό θέτει σε νέες βάσεις την Γεωλογία της Ελλάδας, ενώ παράλληλα διευκολύνει σημαντικά τις εργασίες ταυτοποίησης των γεωλογικών σχηματισμών, της γεωλογικής χαρτογράφησης και της διάδοσης της γεωλογικής γνώσης.



2. Η θεωρία της επαλληλίας των τεκτονικών πλακών Ευρώπης και Αφρικής.

2.1. Εισαγωγή – Γενικά.

Η ελληνική ορογένεση οφείλεται στην προσέγγιση και "σύγκρουση" των δύο μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών, της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής. Η προσέγγιση των δύο πλακών πιθανότατα ξεκίνησε κατά το Παλαιογενές και φαίνεται ότι συνεχίζεται και μέχρι σήμερα. Όμως, οι λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας έμειναν σκοτεινές για μεγάλο χρονικό διάστημα (περίοδος 1950 - 1970), επηρεασμένες από τις θεωρίες των γεωσυγκλίνων, που εφαρμόσθηκαν με σχετική επιτυχία στην Δυτική Ελλάδα (κατά την περίοδο των πρώτων ερευνών για πετρέλαιο), αλλά αδυνατούσαν να επεκταθούν στην Ανατολική Ελλάδα, λόγω της ύπαρξης, εκεί, μεγάλων μαζών μεταμορφωμένων πετρωμάτων. Η συνύπαρξη μεταμορφωμένων, αμεταμόρφωτων αλλά και εκρηξιγενών (οφιολιθικών) πετρωμάτων μέσα στους ίδιους χώρους αποτελούσε ανέκαθεν το μεγάλο αίνιγμα για τους ερευνητές, αν και όλοι συμφωνούσαν, γενικώς, ότι η ελληνική ορογένεση οφείλεται στην σύγκρουση της Ευρώπης με την Αφρική.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των ερευνών μου, η "σύγκρουση" αυτή πραγματοποιήθηκε σε δύο διαδοχικά στάδια, ως εξής:

Σε πρώτο στάδιο, η προσέγγιση των πλακών είχε σαν αποτέλεσμα την σχεδόν οριζόντια επώθηση του νοτίου τμήματος της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί του βορείου τμήματος της Αφρικανικής. Η φάση αυτή πιθανότατα διήρκεσε καθ' όλο το Μειόκαινο, χωρίς οι πλευρικές τάσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας να προκαλέσουν ουσιαστική πτύχωση του φλοιού και δημιουργία ορέων. Επομένως, χαρακτηριστικό του πρώτου σταδίου είναι η διαδικασία της επάλληλης τοποθέτησης των πλακών. Το στάδιο αυτό ονομάζουμε Τεκτογένεση.

Σε δεύτερο στάδιο, κατά το Κάτω Πλειόκαινο, η προηγούμενη διαδικασία σταμάτησε απότομα και κάτω από την επίδραση των πλευρικών τάσεων, που συνέχισαν να συσσωρεύονται μεταξύ Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας, το σύνολο του φλοιού της Γης που βρισκόταν μεταξύ των δύο ηπείρων, πτυχώθηκε και αναδύθηκε. Έτσι, σχηματίσθηκαν οι οροσειρές της Ελλάδας. Επομένως, χαρακτηριστικό του δεύτερου σταδίου είναι η συνολική πτύχωση. Το στάδιο αυτό, με την στενή έννοια του όρου, το ονομάζουμε Ορογένεση, επειδή κατά το στάδιο αυτό δημιουργήθηκαν οι οροσειρές.

Τα δύο στάδια, Τεκτογένεση και Ορογένεση, δεν αφορούν μόνο την γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας. Έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι τα φαινόμενα αυτά προεκτείνονται και στις γειτονικές χώρες, έλαβαν χώρα κατά την ίδια γεωλογική εποχή, και είναι πολύ πιθανόν να αφορούν και ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο.


2.2. Προέλευση των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής.

Οι δύο πλάκες, Ευρωπαϊκή και Αφρικανική, πριν από την "σύγκρουσή" τους, αποτελούσαν δύο εντελώς ξεχωριστές παλαιογεωγραφικές - γεωτεκτονικές ενότητες, με την έννοια ότι είχαν δημιουργηθεί και εξελιχθεί σε διαφορετικούς τόπους και με διαφορετικό τρόπο μέσα στον γεωλογικό χρόνο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι στρωματογραφικοί χαρακτήρες της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής Πλάκας να διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους, πριν ακόμη συγκρουσθούν. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει, σήμερα, να τις διακρίνουμε εύκολα μέσα στις γεωλογικές δομές της Ελλάδας, που προέκυψαν μετά την ορογένεση, αρκεί να γνωρίζουμε τα βασικά λιθολογικά χαρακτηριστικά τους, που είναι τα εξής:

α) Αφρικανική Πλάκα. Περιλαμβάνει πετρώματα ωκεάνιας - αβυσσικής προέλευσης, δηλαδή εκρηξιγενή (περιδοτίτες, οφιόλιθοι) και ιζηματογενή βαθιάς θάλασσας (σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης). 

β) Ευρωπαϊκή Πλάκα. Περιλαμβάνει θαλάσσια ανθρακικά ιζήματα ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας (μεσοζωικοί - ηωκαινικοί ασβεστόλιθοι) καθώς και πετρώματα καθαρώς ηπειρωτικής προέλευσης (γρανίτες και γνεύσιοι). 

γ) Μολάσσα. Στα ανώτερα στρώματα της Αφρικανικής Πλάκας, συναντούμε, σε στρωματογραφική ασυμφωνία, μια τρίτη σημαντική παλαιογεωγραφική - γεωτεκτονική ενότητα, που αντιστοιχεί στην Μολάσσα. Η μολάσσα αποτελείται από μάργες, ψαμμίτες και κροκαλοπαγή, μειοκαινικής ηλικίας, που αποτέθηκαν κανονικά επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, σε συνθήκες αβαθούς θάλασσας. Φαίνεται, ότι η Αφρικανική Πλάκα είχε προηγουμένως (κατά το Παλαιογενές) αναδυθεί, χωρίς να πτυχωθεί και είχε διαβρωθεί επιφανειακώς, με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη οριζόντια πλατφόρμα.

Κατά την διάρκεια της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής, που συνέβη κατά το Ανώτερο Μειόκαινο, τα μολασσικά ιζήματα, που ήδη είχαν αποτεθεί στην κορυφή της Αφρικανικής Πλάκας, κατακερματίσθηκαν, παρασύρθηκαν και επανατοποθετήθηκαν σε άλλες θέσεις. Δηλαδή, η μολάσσα σχημάτισε, κατά κάποιον τρόπο, το τεκτονικό λατυποπαγές ή λατυποπαγές επωθήσεως, που παρεμβάλλεται μεταξύ της υπερκείμενης Ευρωπαϊκής Πλάκας και της υποκείμενης Αφρικανικής.

Επομένως, μέσα στα βουνά της Ελλάδας διακρίνουμε τρεις κύριες παλαιογεωγραφικές - τεκτονικές ενότητες, με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά, όσον αφορά την γενετική προέλευσή τους: Οι δύο πρώτες συγκροτούν τις συμπαγείς πλάκες (Αφρικανική και Ευρωπαϊκή), που υπήρχαν πριν από την σύγκρουση των πλακών. Η τρίτη ενότητα (Μολάσσα) αποτελεί το ανώτερο, στρωματογραφικώς, τμήμα της Αφρικανικής Πλάκας, το οποίο σχηματίσθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Πλάκα επωθήθηκε επί της Αφρικανικής.

Η Μολάσσα αποτελεί σήμερα τον κύριο καθοδηγητικό στρωματογραφικό ορίζοντα της Ελλάδας, διότι επάνω από αυτήν βρίσκονται τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας και κάτω από αυτήν τα πετρώματα της Αφρικανικής. Αυτό το φαινόμενο μας βοηθά να διαχωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε στο ύπαιθρο τις πλάκες ακόμα και εάν αυτές βρίσκονται σήμερα έντονα πτυχωμένες και παραμορφωμένες, μέσα στις οροσειρές.

Σημειώνεται, ότι μεταμορφωμένη μολάσσα ουδέποτε παρατηρήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι η κύρια πτύχωση - ορογένεση του Κάτω Πλειόκαινου, ουδόλως μεταμόρφωσε τα προϋπάρχοντα πετρώματα. 

Η Μολάσσα εμφανίζεται σχεδόν παντού στην Ελλάδα, καθώς και στις γειτονικές χώρες, όπου παρατηρούνται εκτεταμένες πλατφόρμες (πλατφόρμα Απουλίας, Ανατολικής Θράκης κλπ.). Αυτό δείχνει ότι κατά το Μειόκαινο, ο ελληνικός γεωγραφικός χώρος ήταν ενιαίος και συνεχής και ότι χαρακτηριζόταν από μια πολύ απλή γεωλογική δομή. Ο σύγχρονος διαμελισμός του Αιγαίου οφείλεται σε κατακόρυφες κινήσεις, οι οποίες φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά έντονες κατά το Ανώτερο Πλειόκαινο και το Τεταρτογενές. 

Αναλυτικότερα, μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις παραπάνω τρεις τεκτονικές ενότητες.


2.3. Χαρακτηριστικά της Αφρικανικής Πλάκας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν άφθονες εμφανίσεις πετρωμάτων ωκεάνιας ή αβυσσικής προέλευσης (περιδοτίτες, οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης). Η προέλευση αυτών των πετρωμάτων πρέπει να αναζητηθεί στον πυθμένα ενός ωκεανού, ο οποίος, πριν από την ορογένεση, βρισκόταν μεταξύ της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής Πλάκας. Παρόμοια πετρώματα σχηματίζονται και σήμερα στον πυθμένα όλων των σύγχρονων ωκεανών, σε αβυσσικό περιβάλλον, βάθους μεγαλύτερου από 4000 m. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των πετρωμάτων είναι ότι έχουν αποκλειστικά αργιλοπυριτική ορυκτολογική σύσταση, δηλαδή δεν περιέχουν ασβεστολιθικά ιζήματα.

Πρώτος, ο  Αυστριακός γεωλόγος Eduard Suess, το 1893, υποπτεύθηκε την ύπαρξη ενός ωκεανού, μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής, που τον ονόμασε Ωκεανό της Τηθύος. Έχοντας υπόψη του την ύπαρξη των ασβεστόλιθων των Άλπεων, υπέθεσε - λανθασμένα - ότι οι ασβεστόλιθοι αυτοί προέρχονταν από τον πυθμένα της Τηθύος. Επίσης, υπέθεσε ότι η σημερινή Μεσόγειος Θάλασσα αποτελεί υπόλειμμα της Τηθύος. 

Με βάση τα σημερινά δεδομένα της Τεκτονικής των Πλακών, φαίνεται πιθανότερο ο ωκεανός της Τηθύος να υπήρξε πράγματι, αλλά να αποτελούσε μια ωκεάνια πλάκα, που ήταν προσκολλημένη στο βόρειο τμήμα της Αφρικανικής ηπειρωτικής πλάκας και την συνόδευε στις μετακινήσεις της. Κατά την ορογένεση, τμήμα του ωκεανού αυτού αναδύθηκε, δημιούργησε μια επίπεδη πλατφόρμα και στην συνέχεια πτυχώθηκε, με αποτέλεσμα τα πετρώματά του να εμφανίζονται σήμερα μέσα στις οροσειρές της Ελλάδας.

Στην Ελλάδα, ειδικά, τα πετρώματα της Αφρικανικής Πλάκας αντιπροσωπεύονται από τους περιδοτίτες, οφιόλιθους, σχιστοκερατόλιθους, σχιστόλιθους και τον φλύσχη, που απαντώνται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας, σχηματίζοντας διάφορες μεταβατικές μεταξύ τους ενότητες, άλλοτε μεταμορφωμένες και άλλοτε αμεταμόρφωτες. Επομένως, δεν υπάρχουν ανθρακικά πετρώματα προερχόμενα από την Αφρικανική Πλάκα. 

Στο θέμα της μεταμόρφωσης των πετρωμάτων της Αφρικανικής Πλάκας θα επανέλθουμε σε επόμενη παράγραφο, διότι είναι πολύ σημαντικό.  


2.4. Χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Πλάκας. 

Στην Ελλάδα αφθονούν επίσης οι εμφανίσεις ανθρακικών πετρωμάτων (ασβεστόλιθοι και μάρμαρα), καθώς και όξινων πυριγενών και μεταμορφωμένων πετρωμάτων (γρανίτες, γνεύσιοι). Η προέλευση αυτών των πετρωμάτων πρέπει να αναζητηθεί σε χώρους με χαρακτηριστικά ηπειρωτικής πλάκας.

Όσον αφορά τους ασβεστόλιθους, είναι γνωστό, ότι αυτοί είναι θαλάσσια ιζήματα που σχηματίζονται σε μικρά βάθη, συνήθως 200 - 500 m και σπανιότατα μέχρι 3000 - 4000 m. Σε μεγαλύτερα βάθη, λόγω της υψηλής διαλυτότητας του ασβεστίτη στο θαλάσσιο νερό, δεν δημιουργείται ασβεστολιθική ιζηματογένεση.  Αυτό μας υποχρεώνει να δεχθούμε, ότι οι ασβεστόλιθοι των Άλπεων δεν δημιουργήθηκαν στο κέντρο του ωκεανού της Τηθύος, όπως υπέθεσε, αρχικά, ο Suess, αλλά σε μια υφαλοκρηπίδα που είχε σχηματισθεί στα περιθώρια μιας γειτονικής ηπείρου, η οποία βρισκόταν βορειότερα και προφανώς αντιστοιχούσε στην Ευρωπαϊκή Πλάκα. 

Όσον αφορά τα μάρμαρα, αυτά προέρχονται από ασβεστόλιθους, που σχηματίσθηκαν με την διαδικασία, που αναφέρθηκε πιο πάνω, όμως, φαίνεται, ότι σε ένα μεταγενέστερο στάδιο τα πετρώματα αυτά ανακρυσταλλώθηκαν διότι βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον υψηλότερων θερμοκρασιών. Οπωσδήποτε, η μεταμόρφωση αυτή έγινε στις παρυφές της Ευρωπαϊκής Πλάκας, πριν από το Μειόκαινο. 

Όσον αφορά τα όξινα πυριγενή ή μεταμορφωμένα πετρώματα (γρανίτες, γνεύσιοι), πρέπει και αυτά να θεωρηθούν ξένα προς την θάλασσα της Τηθύος και η προέλευση τους πρέπει να αναζητηθεί, επίσης, στην Ευρωπαϊκή Πλάκα. Είναι πιθανόν τα πετρώματα αυτά να αποτελούσαν το υπόβαθρο των περιφερειακών θαλασσίων λεκανών της Ευρωπαϊκής Πλάκας, επί των οποίων έγινε η μεσοζωική ασβεστολιθική ιζηματογένεση.

Κατά γενικό κανόνα, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές παρατηρήσεις, τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας βρίσκονται πάντοτε επωθημένα, άλλοτε επί των πετρωμάτων της Αφρικανικής Πλάκας και άλλοτε επί των πετρωμάτων της Μολασσικής ενότητας, που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πλάκες.


2.5.  Χαρακτηριστικά της Μολάσσας.

Στην Ελλάδα, οι νεογενείς μολασσικοί σχηματισμοί αφθονούν και περιλαμβάνουν μάργες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή, γύψους και υφαλογενείς ασβεστόλιθους, δηλαδή σχηματισμούς με μεγάλη λιθολογική ποικιλία. Η μολάσσα έχει τα εξής σημαντικά στρωματογραφικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά, που μας επιτρέπουν την υπαγωγή της σε μια ορισμένη παλαιογεωγραφική θέση:  

α) Τα νεογενή μολασσικά ιζήματα είναι πάντοτε επικλυσιγενή επί των πετρωμάτων της Αφρικανικής Ενότητας (οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης).

β) Ουδέποτε παρατηρείται επίκλυση μολασσικών νεογενών σχηματισμών επί πετρωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενότητας (μεσοζωικών ασβεστόλιθων, γρανιτών, γνευσίων και μαρμάρων).

γ) Πάντοτε, τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Ενότητας είναι επωθημένα επί της μολάσσας. 


Από τον συνδυασμό των τριών προηγουμένων παρατηρήσεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο χώρος απόθεσης της Μολάσσας ήταν μια αβαθής θάλασσα, η οποία δημιουργήθηκε επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, στο βόρειο τμήμα της Τηθύος και πολύ κοντά στην Ευρωπαϊκή Πλάκα, που επρόκειτο να κινηθεί, αργότερα, προς τα Νότια.

Δηλαδή, κατά την διάρκεια του Παλαιογενούς και πριν από την έναρξη της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας, η Αφρικανική Πλάκα ήδη είχε χερσεύσει, για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να πτυχωθεί.  Η συνεχής διάβρωση της χέρσου είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μεγάλη επίπεδη πλατφόρμα, σχεδόν οριζόντια, περίπου στο υψόμετρο της θάλασσας.

Με την διαδικασία αυτή, οι οφιόλιθοι και τα άλλα πετρώματα, που κάλυπταν προηγουμένως τον πυθμένα της Τηθύος, βρέθηκαν να υφίστανται την συνεχή ατμοσφαιρική εξαλλοίωση και διάβρωση με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε λατερίτες. Έτσι, δημιουργήθηκαν τα βωξιτικά και σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα, που παρέμειναν συσσωρευμένα στην επιφάνεια της Αφρικανικής Πλάκας. Η συσσώρευση διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι η πλατφόρμα ήταν σχεδόν οριζόντια και τα λατεριτικά προϊόντα δεν μπορούσαν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις και να εξαφανισθούν. Τα κοιτάσματα αυτά καλύφθηκαν αργότερα από την Μολάσσα και τους επωθούμενους ασβεστόλιθους της Ευρωπαϊκής Πλάκας και κατάφεραν να διασωθούν από την διάβρωση, μέχρι σήμερα.

Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Πλάκα, αυτή φαίνεται ότι αναδύθηκε κατά την διάρκεια του Παλαιογενούς, οπότε και διακόπηκε η ασβεστολιθική ιζηματογένεσή της. Με την έναρξη του Νεογενούς, αποκολλήθηκε από την βάση της και άρχισε να προωθείται και να γλιστρά επί της Αφρικανικής Πλάκας, που βρισκόταν νοτιότερα.

Η μετακίνηση αυτή προκάλεσε έντονη διάβρωση και αποσάθρωση του μετώπου της Ευρωπαϊκής Πλάκας και παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων θρυμματισμένων υλικών, που προέρχονταν, τόσο από τους ασβεστόλιθους (και τα άλλα πετρώματα της επωθούμενης πλάκας), όσο και από τα οφιολιθικά - σχιστολιθικά πετρώματα του υποβάθρου, δηλαδή της Αφρικανικής Πλάκας.

Προωθούμενη προς τα Νότια, η Ευρωπαϊκή Πλάκα, συνεχώς καταπλάκωνε τα παραγόμενα μολασσικά ιζήματα και συνεχώς δημιουργούσε νέα, στο μέτωπο της επωθήσεως. Έτσι, δημιουργήθηκαν νέα μείγματα πολυγενών ιζημάτων, τα οποία, αφού επαναδιατάχθηκαν ως νέα ιζήματα στον αβαθή πυθμένα της θάλασσας, αποτέλεσαν το κύριο περιεχόμενο της μειοκαινικής μολάσσας (ασβεστολιθικές, σχιστολιθικές, οφιολιθικές κροκάλες, λατύπες, ψαμμίτες, μάργες, γύψοι κλπ.).


2.6. Ιδιαίτερες επισημάνσεις όσον αφορά τις Πλάκες και την Μολάσσα.

Στο σημείο αυτό, οφείλω να επισημάνω μερικές παλαιότερες θεωρίες, οι οποίες δεν φαίνεται να ισχύουν πλέον:

α) Ο φλύσχης δεν είναι ένα ίζημα που αποτέθηκε επάνω από τους ασβεστόλιθους, όπως υποστηρίχθηκε στα πλαίσια της ορογενετικής θεωρίας των Γεωσυγκλίνων. Η κανονική (ιζηματογενής) συνύπαρξη μεσοζωικών ασβεστόλιθων και φλύσχη είναι αδύνατη, διότι ο φλύσχης είναι ωκεάνιος σχηματισμός πολύ μεγάλου βάθους, ενώ οι ασβεστόλιθοι είναι πέτρωμα της υφαλοκρηπίδας. Τα δύο πετρώματα σχηματίσθηκαν σε τεράστιες αποστάσεις μεταξύ τους και πιθανότατα σε πολύ διαφορετικές εποχές. Στην Ελλάδα, μόνον ολίγον πριν από την γενική πτύχωση, κατά το Μειόκαινο - Πλειόκαινο, ήρθαν σε τεκτονική επαφή μεταξύ τους αυτά τα δύο πετρώματα και μάλιστα οι ασβεστόλιθοι επωθήθηκαν επάνω στον φλύσχη. Ότι ισχύει για τον φλύσχη, ισχύει και για τα υπόλοιπα ωκεάνιας προέλευσης πετρώματα, τους περιδοτίτες, οφιόλιθους και σχιστοκερατόλιθους. Δηλαδή, δεν υπάρχει γενετική συγγένεια αυτών των πετρωμάτων με τα ανθρακικά πετρώματα.

β) Οι νεογενείς μολασσικοί σχηματισμοί αποτέθηκαν (κανονικά ή τεκτονικά) επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, λίγο πριν ή κατά την διάρκεια της πτύχωσης - ορογένεσης. Δηλαδή, έχουμε απόθεση μολάσσας (νεογενών μαργών και κροκαλοπαγών γενικότερα), μόνο επάνω στο οφιολιθικό - σχιστοκερατολιθικό σύμπλεγμα. Εξ άλλου, επισημαίνουμε, ότι κανονική γεωγραφική και γενετική συνύπαρξη μεσοζωικών ασβεστόλιθων και μολάσσας ήταν αδύνατη, διότι η μολάσσα ήταν σχηματισμός της Αφρικανικής Πλάκας, ενώ οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ευρωπαϊκής. Άρα, κατά την εποχή του σχηματισμού τους, μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι και μολάσσα βρίσκονταν σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, μεταξύ τους. Μόνον κατά την διάρκεια του Νεογενούς (Μειόκαινο) ήρθαν σε τεκτονική επαφή μεταξύ τους αυτά τα δύο πετρώματα, και σήμερα μάλιστα παρατηρούμε, ότι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι (και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άλλα γνευσιακά πετρώματα) βρίσκονται, πάντοτε, επωθημένοι επί της μολάσσας.

γ) Η διάκριση των μεσοζωικών ασβεστόλιθων σε ζώνες (γεωτεκτονικές), σύμφωνα με το παλαιοντολογικό περιεχόμενό τους, που επιχειρήθηκε παλαιότερα, δεν έχει πλέον σήμερα ουσιώδες νόημα, από τεκτονικής απόψεως. Από τις "στρωματογραφικές στήλες" των ζωνών, που αναφέρονται στα κλασικά εγχειρίδια γεωλογίας της Ελλάδας, θα πρέπει να αφαιρεθούν οι οφιολιθικοί, σχιστοκερατολιθικοί και φλυσχικοί σχηματισμοί και να τοποθετηθούν στο υπόβαθρο, που αντιστοιχεί στην Αφρικανική Πλάκα. Αντίθετα, όλοι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι των (πρώην) ζωνών Ιονίου, Γαβρόβου, Πίνδου, Παρνασσού, Υποπελαγονικής, Πελαγονικής κλπ., πρέπει να τοποθετηθούν στην κορυφή των στρωματογραφικών στηλών, διότι αφού σχηματίσθηκαν σε περιφερειακές λεκάνες της Ευρωπαϊκής Πλάκας, σε συνθήκες σχετικής τεκτονικής ηρεμίας, από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο, μετά, επωθήθηκαν επί της Αφρικανικής Πλάκας. Πιθανότατα, η έναρξη της προσέγγισης Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας, διέκοψε την ασβεστολιθική ιζηματογένεση, μετά το Ηώκαινο. Επομένως, είναι καλύτερα να αποκαλούμε σήμερα τα διάφορα είδη ασβεστόλιθων ως "τεκτονικές ενότητες" και όχι ως "γεωτεκτονικές ζώνες".

δ) Σήμερα, οι διάφορες ασβεστολιθικές ενότητες σχηματίζουν ένα μωσαϊκό τεκτονικών τεμαχών, που είναι επωθημένα επί της Αφρικανικής Πλάκας, χωρίς να επικαλύπτονται μεταξύ τους. Συχνά παρατηρείται ότι δεν υπάρχει ορισμένη γεωγραφική διανομή τους. Π.χ. στην Πελοπόννησο, οι ενότητες Γαβρόβου, Πίνδου και Τρίπολης έχουν ακανόνιστη οριζόντια διανομή, δηλαδή η ενότητα Τρίπολης βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου, ενώ η ενότητα Πίνδου εμφανίζεται τόσο στην Ανατολική όσο και στην Δυτική Πελοπόννησο. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στα όρη Βαρδούσια και Κόζιακας, όπου οι λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθοι της ενότητας της Πίνδου βρίσκονται επωθημένοι επί φλύσχου ή οφιολίθων, αλλά εκτός της κύριας γεωγραφικής περιοχής της Πίνδου. Επίσης, μερικές εμφανίσεις ασβεστόλιθων της Πίνδου φθάνουν μέχρι τον Δομοκό, το όρος Οίτη, τα Κύθηρα και την Κρήτη, όπου εναλλάσσονται οριζοντίως με ασβεστόλιθους της ενότητας της Τρίπολης.

ε) Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με τους μεταμορφωμένους ασβεστόλιθους της ενότητας της Ίδης (Plattenkalk). Εμφανίζονται σε τεμάχη εναλλασσόμενα οριζοντίως με τεμάχη της ενότητας της Τρίπολης, τόσο στην Κρήτη, όσο και στο όρος Πάρνων.

ζ) Το πραγματικό πάχος των ασβεστολιθικών τεμαχών είναι συνήθως 200 - 300 μ. και σπανίως υπερβαίνει τα 500 μ. Συχνά όμως το φαινόμενο κατακόρυφο πάχος εμφανίζεται να είναι μεγαλύτερο, λόγω των πτυχώσεων που δημιουργήθηκαν, αργότερα, κατά την φάση της ορογένεσης.

στ) Είναι σύνηθες το φαινόμενο μεταξύ των διαφόρων ασβεστολιθικών τεμαχών, που συνθέτουν το μωσαϊκό των επωθημένων ασβεστόλιθων της Ευρωπαϊκής Πλάκας, να υπάρχουν και περιοχές, όπου τα ασβεστολιθικά τεμάχη δεν εφάπτονται μεταξύ τους. Τότε, μεταξύ των ασβεστολιθικών τεμαχών, εμφανίζεται, με την μορφή τεκτονικού παραθύρου, το υπόβαθρο, που ανήκει, όπως είναι φυσικό,  στην Αφρικανική Πλάκα. Τα πετρώματα του υποβάθρου είναι συνήθως φλύσχης, σχιστοκερατόλιθοι και οφιόλιθοι. Τα τεκτονικά αυτά παράθυρα εξαπλώνονται σε ολόκληρη της Ελλάδα και μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε τις οριζόντιες λιθολογικές διαφοροποιήσεις της Αφρικανικής Πλάκας. Από την εξέταση αυτή, προέκυψαν τα εξής συμπεράσματα: α) Η Αφρικανική Πλάκα σχηματίζει το υπόβαθρο ολόκληρης της Ελλάδας και πιθανότατα προεκτείνεται και στις γειτονικές χώρες. β) Τα πετρώματα της Αφρικανικής Πλάκας παρουσιάζουν ποικίλους βαθμούς μεταμόρφωσης, που αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Η μεταμόρφωση αυτή δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει την υπερκείμενη μολάσσα ή τους μεσοζωικούς ασβεστόλιθους. Αυτό σημαίνει ότι είναι προ-νεογενής.


2.7. Γενική κατακόρυφη στρωματογραφική και γεωτεκτονική ακολουθία.

Στο παρακάτω σχήμα παρατίθεται η Γενική Κατακόρυφη Στρωματογραφική - Γεωτεκτονική Ακολουθία, που ισχύει για ολόκληρο τον Ελληνικό Χώρο.




Ευρωπαϊκή Πλάκα
Ασβεστόλιθοι
Δολομίτες
Μάρμαρα
Γνεύσιοι
Γρανίτες


Μολάσσα
Καρνεόλες
Κροκαλοπαγή
Λατυποπαγή
Ψαμμίτες
Γύψοι
Μάργες


Αφρικανική Πλάκα
Φλύσχης
Φυλλίτες και
Σχιστόλιθοι
Σχιστοκερατόλιθοι
Ηφαιστειοϊζηματογενή
Οφιόλιθοι
Περιδοτίτες
 
Σχήμα 1. Γενική Στρωματογραφική - Γεωτεκτονική Στήλη της Ελλάδας και
διάταξη των Τεκτονικών Πλακών.


Η Γενική Στρωματογραφική Στήλη δείχνει τον πετρολογικό χαρακτήρα των πλακών Ευρώπης και Αφρικής, καθώς και της Μολάσσας. Στο σχήμα δεν φαίνεται το πραγματικό πάχος των στρωμάτων.

Η κατακόρυφη διαδοχή των στρωμάτων είναι η Θεωρητική, δηλαδή αυτή που αναμένεται στο ύπαιθρο σε ιδανικές συνθήκες, όταν δεν λείπουν κάποιοι στρωματογραφικοί ορίζοντες από την στήλη. Η πλέον πλήρης στρωματογραφική στήλη παρατηρείται στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, δηλαδή στην κλασσική Υποπελαγονική Ζώνη, όπου εμφανίζονται αρκετοί σχηματισμοί και από τις τρεις μεγάλες ενότητες (Μολάσσα, Ευρωπαϊκή και Αφρικανική Πλάκα).

Στην πραγματικότητα, σήμερα στο ύπαιθρο, είναι δυνατόν κάποιοι στρωματογραφικοί ορίζοντες να λείπουν, για τρεις κυρίως λόγους.

1) Ο πρώτος λόγος είναι η τεκτονική διάβρωση, που προκλήθηκε κατά τη επώθηση της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής, οπότε λόγω της τριβής, καταστράφηκαν (μυλονιτιώθηκαν) τα κατώτερα τμήματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας, καθώς και τα ανώτερα στρώματα της υποκείμενης Μολάσσας ή Αφρικανικής Πλάκας. Τέτοιο παράδειγμα παρατηρείται στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  όπου οι νηριτικοί ασβεστόλιθοι του καλύμματος της Ευρωπαϊκής Πλάκας βρίσκονται επωθημένοι άλλοτε επί της Μολάσσας και άλλοτε επί της Σχιστοκερατολιθικής διάπλασης με οφιόλιθους. Γενικά, λόγω της τεκτονικής διάβρωσης, το στρώμα της Μολάσσας μπορεί να λείπει εντελώς ή το πάχος του να μεταβάλλεται αισθητά από θέση σε θέση. 

2) Ο δεύτερος λόγος είναι η ατμοσφαιρική - επιφανειακή διάβρωση, που έλαβε χώρα μετά την ανάδυση των οροσειρών, κατά το Ανώτερο Πλειόκαινο. Τέτοιο παράδειγμα είναι η Βόρεια Πίνδος, όπου, σε μεγάλα τμήματά της, όλοι οι στρωματογραφικοί ορίζοντες επάνω από τον φλύσχη και τους οφιόλιθους έχουν διαβρωθεί. Πρόκειται συνήθως για τους μολασσικούς σχηματισμούς και τους μεσοζωικούς ασβεστόλιθους.

3) Ο τρίτος λόγος αφορά τα κατώτερα στρώματα της Μολάσσας. Οι θαλάσσιες μάργες, που συνήθως βρίσκονται στην βάση του Νεογενούς, είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιοχές, να λείπουν, διότι η επίκλυση του Νεογενούς καθυστέρησε ή απουσίαζαν την εποχή εκείνη οι κατάλληλες παλαιογεωγραφικές συνθήκες. Στις περιπτώσεις αυτές η επίκλυση του Νεογενούς επί της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης ή των οφιολίθων αρχίζει με μέσω-μειοκαινικά κροκαλοπαγή.   


3. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΟΓΕΝΕΣΗΣ.

3.1 Τεκτογένεση και Ορογένεση.

Μπορούμε τώρα να περιγράψουμε αναλυτικότερα τις δύο φάσεις ή στάδια της ορογένεσης, προσθέτοντας ότι το ζεύγος αυτό των φάσεων συγκροτεί το σύνολο της Αλπικής Ορογένεσης για την περιοχή της Ελλάδας και ιδιαίτερα για το λεγόμενο Διναροταυρικό Τόξο.

Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το παρακάτω σχήμα ισχύει για ολόκληρο σχεδόν τον χώρο της Μεσογείου και πιθανώς εκτείνεται μέχρι τα Ιμαλάια. Υπενθυμίζω, σχετικώς, ότι η ορογένεση στα Ιμαλάια είναι επίσης μειοκαινικής ηλικίας, όπως και της Ελλάδας, και ότι οφείλεται στην ολίσθηση ή υποβύθιση της Ινδικής Πλάκας κάτω από την Ευρασιατική Πλάκα. Δηλαδή, ο μηχανισμός είναι παρόμοιος με αυτόν που περιγράφω παρακάτω και ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας.


3.2. Τεκτογένεση. Επώθηση της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.

Η Αφρικανική Πλάκα συμπαρασύροντας τον ωκεανό της Τηθύος κινήθηκε προς Βορρά, ενώ η Ευρωπαϊκή πλάκα συμπαρασύροντας την ασβεστολιθική υφαλοκρηπίδα της κινήθηκε προς Νότο. Το αποτέλεσμα ήταν να επωθηθεί η Ευρωπαϊκή Πλάκα επάνω στην ωκεάνια της Τηθύος. Η επώθηση έγινε ομαλά, δηλαδή χωρίς να υπάρξουν έντονες παραμορφώσεις και πτυχώσεις του καλύμματος ή του υποβάθρου. Σε αυτό συνετέλεσε η συμπαγής υφή των ασβεστόλιθων, μαρμάρων, γνευσίων και γρανιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθώς και το γεγονός ότι ο πυθμένας της Τηθύος ήταν σχεδόν επίπεδος. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η προώθηση του ευρωπαϊκού καλύμματος επάνω στο αφρικανικό τμήμα της Τηθύος ξεπέρασε σε μήκος τα 1000 χλμ. (από Βορρά προς Νότο). Φυσικά, αντιστρέφοντας την παραπάνω λογική, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το φαινόμενο αντιστοιχεί σε μια οριζόντια υποβύθιση (subduction) του αφρικανικού τμήματος της Τηθύος κάτω από την ευρωπαϊκή πλάκα.

Κατά την επώθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της πλάκας της Τηθύος δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο πλακών ένας μυλονίτης, που αντιστοιχεί στην μολάσσα. Είναι γνωστό ότι η μολάσσα στην Ελλάδα έχει νεογενή ηλικία (κυρίως μειοκαινική). Επομένως μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι οι μεγάλες αυτές επωθήσεις ή οριζόντιες μετακινήσεις έγιναν κατά το Μειόκαινο.


3.3. Ορογένεση. Ταυτόχρονη πτύχωση των δύο Πλακών.

Μετά το Μειόκαινο και πιθανότατα κατά το Κάτω Πλειόκαινο, φαίνεται ότι η Πλάκα της Τηθύος, κατά την διείσδυσή της κάτω από την Ευρωπαϊκή Πλάκα, συνάντησε μεγάλη αντίσταση και δεν μπορούσε να προχωρήσει πλέον. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πτυχωθεί η Πλάκα της Τηθύος συμπαρασύροντας στην πτύχωση αυτή και την υπερκείμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα, καθώς και το μεταξύ των δύο πλακών - κατά την κατακόρυφη έννοια - ευρισκόμενο στρώμα της μολάσσας. Δηλαδή, ουσιαστικά πτυχώθηκε ολόκληρος ο στερεός φλοιός της Γης. Με τον τρόπο αυτόν σχηματίσθηκαν τεράστια αντίκλινα, τα οποία σήμερα αντιστοιχούν στα μεγάλα βουνά της Ελλάδας, ενώ παρέμειναν και μερικές απτύχωτες περιοχές, που αντιστοιχούν στις μεγάλες πεδιάδες.

Σήμερα, η προσέγγιση Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής πλάκας συνεχίζεται. Το νότιο χείλος της Ευρωπαϊκής πλάκας συμπίπτει με το γνωστό Διναροταυρικό Τόξο, το οποίο χαρακτηρίζεται, ειδικότερα, από την άφθονη παρουσία των ανθρακικών πετρωμάτων, που αποτελούσαν, πριν την ορογένεση, την ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της Ευρωπαϊκής Πλάκας. 


3.4. Περιγραφή των κυριότερων ορογενετικών φαινομένων.

Παρακάτω, έχουμε μια αναλυτικότερη εικόνα της σειράς των ορογενετικών φαινομένων που συνέβησαν στην Ελλάδα, από το Μειόκαινο μέχρι σήμερα.

1) Η ορογένεση στην Ελλάδα, προκλήθηκε από την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής με την Αφρικανική λιθοσφαιρική πλάκα. Η προσέγγιση αυτή τοποθετείται χρονολογικά στο Μειόκαινο.

2) Η Ευρωπαϊκή πλάκα είχε ηπειρωτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή αποτελείτο, κυρίως, από πετρώματα πυριγενή και μεταμορφωμένα (γρανίτες, γνεύσιους και μάρμαρα) και από ιζήματα μικρού θαλασσίου βάθους (ασβεστόλιθους). Οι ασβεστόλιθοι είχαν σχηματισθεί σε περιφερειακές θάλασσες της Ευρωπαϊκής Πλάκας, δηλαδή στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της. Φαίνεται, ότι οι θάλασσες αυτές είχαν παραμείνει, από τεκτονικής απόψεως, ήρεμες, επί εκατομμύρια χρόνια, και για τον λόγο αυτόν δημιουργήθηκαν ανθρακικά ιζήματα, που κάλυπταν μεγάλη χρονική περίοδο, από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο. Ο πυθμένας αυτών των περιφερειακών λεκανών (επί του οποίου έγινε η ιζηματογένεση των ασβεστόλιθων με κανονική επίκλυση) αποτελείτο κυρίως από παλαιά πετρώματα ηπειρωτικής προέλευσης (γρανίτες και γνεύσιους).

3) Η Αφρικανική πλάκα, στο βόρειο τμήμα της, είχε ωκεάνια χαρακτηριστικά, δηλαδή περιελάμβανε τον αρχαίο ωκεανό της Τηθύος. Από λιθολογικής απόψεως,  περιελάμβανε διάφορα εκρηξιγενή και ιζηματογενή πετρώματα, που χαρακτηρίζουν έναν ωκεάνιο πυθμένα, δηλαδή περιδοτίτες, οφιόλιθους, σχιστοκερατόλιθους και αργιλοπυριτικά ιζήματα βαθιάς θάλασσας, όπως είναι ο φλύσχης.

4) Στο αρχικό στάδιο της προσέγγισης των δύο πλακών, δεν υπήρξε μετωπική σύγκρουση και παραμόρφωση των περιθωρίων των δύο πλακών. Αντίθετα, η αφρικανική πλάκα εισχώρησε ομαλά και σχεδόν οριζόντια, κάτω από την ευρωπαϊκή πλάκα. Κατά αντίστροφη έννοια, μπορούμε να πούμε, ότι η ευρωπαϊκή πλάκα επωθήθηκε επί της αφρικανικής, κινούμενη από Βορρά προς Νότο.

5) Κατά την ολίσθηση της μιας πλάκας επί της άλλης, λόγω της τριβής, διαβρώθηκαν τεκτονικώς και καταστράφηκαν τα ανώτερα στρώματα της αφρικανικής πλάκας και, αντίστοιχα, τα κατώτερα στρώματα της ευρωπαϊκής. Έτσι, σήμερα, εάν θέλουμε να καθορίσουμε λεπτομερέστερα την στρωματογραφία των δύο πλακών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα ανώτερα στρώματα της αφρικανικής πλάκας και τα κατώτερα στρώματα της ευρωπαϊκής μπορεί να έχουν διαβρωθεί (τεκτονικώς) και να μην εμφανίζονται στο ύπαιθρο, ανάλογα με την περιοχή.

6) Η καταστροφή των στρωμάτων των δύο πλακών, που προκλήθηκε από την τεκτονική διάβρωση, είναι ανάλογη των αποστάσεων που διάνυσαν τα στρώματα και αντιστρόφως ανάλογη της μηχανικής αντοχής των πετρωμάτων. Έτσι, στο χείλος του Διναροταυρικού Τόξου (Δυτική Ελλάδα και Κρήτη) δεν κατόρθωσαν να φθάσουν τα βαθύτερα στρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας, που αποτελούνταν από γρανίτες και γνεύσιους. Αντίθετα, τα στρώματα αυτά διατηρήθηκαν πιο ανατολικά, στην Θράκη και το Αιγαίο.

7) Λόγω της τεκτονικής διάβρωσης, η επώθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της αφρικανικής συνοδεύθηκε από τον σχηματισμό ενός στρώματος λατυποπαγούς επωθήσεως (μυλονίτης), που παρεμβλήθηκε μεταξύ της ανώτερης (ευρωπαϊκής) και της κατώτερης (αφρικανικής) πλάκας. Αυτό το τεκτονικό λατυποπαγές είναι η μολάσσα,  η οποία στην Ελλάδα, έχει ηλικία κυρίως άνω-μειοκαινική και, πιθανώς, κάτω-πλειοκαινική. Από την ηλικία της μολάσσας τεκμαίρεται και η ηλικία της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.

8) Στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Πλάκας, κατά την επώθησή της επί της Αφρικανικής, συσσωρεύθηκαν τεράστιες ποσότητες μολάσσας, σχηματιζόμενης από ογκόλιθους ασβεστολιθικών πετρωμάτων και άλλα λατυποπαγή - κροκαλοπαγή με μεγάλο πάχος. Τα πετρώματα αυτά ονομάζονται Καρνεόλες και παρατηρούνται συστηματικά στα Ιόνια νησιά και την Κρήτη.

9) Κατά την διάρκεια των επωθήσεων, τα γεωλογικά στρώματα που συγκροτούσαν τις δύο πλάκες, υποβλήθηκαν σε τεράστιες συμπιεστικές οριζόντιες τάσεις. Γενικώς, όμως, επέδειξαν μιαν αξιόλογη ακαμψία και δεν πτυχώθηκαν. Υπάρχουν, όμως, και εξαιρέσεις, όπως είναι οι πελαγικοί ασβεστόλιθοι της ενότητας της Πίνδου (ανήκουν στην ευρωπαϊκή πλάκα) και τα ανώτερα τμήματα του φλύσχη (ανήκει στην αφρικανική πλάκα). Οι σχηματισμοί αυτοί ήταν λεπτοστρωματώδεις και εύκαμπτοι, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να πτυχωθούν, ενώ συγχρόνως μετακινούνταν κατά την οριζόντια έννοια, ακολουθώντας την γενικότερη πορεία των υπολοίπων σχηματισμών των δύο πλακών.

10) Κατά την διάρκεια της αμοιβαίας ολίσθησης των δύο πλακών, υπήρξε κατακερματισμός των πετρογραφικών οριζόντων ή ενοτήτων της κάθε πλάκας. Τα τεμάχη, που δημιουργήθηκαν από τον κερματισμό, υπό την επίδραση των πλευρικών τάσεων, εξακολούθησαν να μετακινούνται, ωθούμενα μεταξύ τους, κατά την οριζόντια, πάντοτε, έννοια. Δεν σημειώθηκαν, στο εσωτερικό της κάθε πλάκας, εφιππεύσεις ή επωθήσεις, π.χ. ενός πετρογραφικού ορίζοντα επί άλλων γειτονικών του.

11) Στην σύγχρονη γεωλογική ορολογία, τα τεμάχη που δημιουργήθηκαν από τον κατακερματισμό μεγάλων τεκτονικών πλακών ονομάζονται Τεκτονοστρωματογραφικά Πεδία (Tectonostratigraphic Terranes) και αντιστοιχούν σε τεμάχη που αποσπώνται από μια λιθοσφαιρική πλάκα και προσκολλώνται στο περιθώριο μιας άλλης. Όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας, το φαινόμενο αυτό  δεν ισχύει. Εδώ έχουμε έναν τεκτονικό κατακερματισμό, ο οποίος συμβαίνει ξεχωριστά σε κάθε πλάκα, την Αφρικανική ή την Ευρωπαϊκή, λόγω των πλευρικών ωθήσεων που υπέστησαν. Μάλιστα ο κατακερματισμός αυτός  είναι πιο εμφανής στην υπερκείμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα, όπου τα τεμάχη, σήμερα, είναι δυνατόν να μην εφάπτονται, πλέον, μεταξύ τους. Τότε, μεταξύ των τεμαχών, ξεπροβάλλει από κάτω (με την μορφή τεκτονικού παραθύρου) το υπόβαθρο, που αποτελείται από την μολάσσα ή και από ακόμη βαθύτερα στρώματα, όπως είναι ο φλύσχης και οι οφιόλιθοι της Αφρικανικής Πλάκας.

12) Κατά το τέλος Μειοκαίνου (Μεσσήνιο) - αρχές Πλειοκαίνου, η κατάσταση αλλάζει άρδην. Λόγω κάποιου αιτίου, που μας παραμένει άγνωστο, η ολίσθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της αφρικανικής εμποδίζεται και σταματά. Όμως η συσσώρευση πλευρικών τάσεων, λόγω της αντίθετης φοράς κίνησης ευρωπαϊκής και αφρικανικής πλάκας, συνεχίζεται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, τελικά, να υποχωρήσει και να πτυχωθεί το πλέον εύκαμπτο τμήμα της ζώνης που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πλάκες, δηλαδή η περιοχή της Τηθύος.

13) Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Το σύνολο των γεωλογικών σχηματισμών των δύο πλακών, που βρίσκονται επωθημένες η μία επί της άλλης, πτυχώνεται. Αυτή η διαδικασία χαρακτηρίζεται από τα εξής φαινόμενα:

14) Οι σχηματιζόμενες πτυχές είναι μόνο αντίκλινα, δηλαδή υπάρχουν μόνο ανυψώσεις του φλοιού και δεν δημιουργούνται βυθίσματα ή σύγκλινα. Η διαδικασία ομοιάζει με αυτήν ενός χαλιού, που πιέζεται πλευρικά. Μόνο αντίκλινα μπορούν να σχηματισθούν.

15) Κάθε αντίκλινο αντιστοιχεί και σε ένα όρος, όπως το παρατηρούμε σήμερα. Υπάρχουν μικρά και μεγάλα αντίκλινα. Στην Ελλάδα, π.χ., το μεγαλύτερο αντίκλινο είναι αυτό της Πίνδου (Σμόλικας). Ακολουθεί το αντίκλινο του Ολύμπου, που έχει μικρότερο όγκο, αλλά λίγο μεγαλύτερο ύψος (σήμερα). Στην γειτονική Τουρκία, μεγάλο αντίκλινο είναι, επίσης, το όρος Ταύρος, που αποτελεί την προς ανατολάς συνέχεια του ελληνικού ορογενούς, ή, γενικότερα, του λεγόμενου Διναροταυρικού Τόξου.

16) Μεταξύ των αντικλίνων (ορέων) παρεμβάλλονται και χαμηλές, πεδινές περιοχές. Οι περιοχές αυτές αντιστοιχούν σε ζώνες, οι οποίες δεν πτυχώθηκαν. Ίσως να πρόκειται για περιοχές, που ήταν ήδη αρκετά άκαμπτες και διέφυγαν από την πτύχωση.

17) Η πτύχωση και η δημιουργία των αντικλίνων είχε σαν αποτέλεσμα να ανυψωθούν σε μεγάλα υψόμετρα επάνω από την θάλασσα, τόσο τα πετρώματα της ευρωπαϊκής πλάκας (ασβεστόλιθοι, μάρμαρα, γνεύσιοι), όσο και τα πετρώματα της υποκείμενης αφρικανικής πλάκας (οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης).

18) Το ίδιο φαινόμενο συνέβη και με την μολάσσα, καθώς αυτή παρεμβαλλόταν μεταξύ ευρωπαϊκής και αφρικανικής πλάκας. Στην Ελλάδα έχουμε πολλά παραδείγματα μειοκαινικών μολασσικών σχηματισμών που βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο, σε ορεινές περιοχές. Η ύπαρξή τους σε αυτές τις θέσεις, επιβεβαιώνει ότι πρώτα έγινε η απόθεση της μολάσσας (Ανώτερο Μειόκαινο) και μετά ακολούθησε η πτύχωση και η ορογένεση (Κατώτερο - Μέσο Πλειόκαινο).


3.5. Συμπεράσματα.

Τα φαινόμενα που περιέγραψα παραπάνω συγκροτούν την Νέα Ορογενετική Θεωρία, που αφορά την Ελλάδα και τον ευρύτερο μεσογειακό χώρο. Την θεωρία αυτή ονόμασα: Θεωρία της Επαλληλίας των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής (Theory of the Superposition of the Tectonic Plates of Europe and Africa).

Κατά την ευρύτερη έννοια, η νέα θεωρία αποτελεί συμπλήρωμα της Θεωρίας της Τεκτονικής των Λιθοσφαιρικών Πλακών (ή Παγκόσμιας Τεκτονικής, όπως ονομάζεται τα τελευταία χρόνια). Η θεωρία αυτή μέχρι σήμερα δεν προέβλεπε την περίπτωση κατά την οποία δύο λιθοσφαιρικές πλάκες επικαλύπτονται, επωθούμενες οριζοντίως και ομαλά η μία επί της άλλης.

Θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η νέα ορογενετική θεωρία, που προτείνω, είναι ενιαία και ισχύει για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύει η υποδιαίρεση του Ελληνικού Χώρου σε Γεωτεκτονικές Ζώνες ή σε Τεκτονοστρωματογραφικά Πεδία (Terranes), που έχουν προταθεί από άλλους ερευνητές. Δηλαδή, σε όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές της Ελλάδας, οι παρατηρήσεις μου δείχνουν, ότι στην βάση της στρωματογραφικής στήλης βρίσκονται τα οφιολιθικά πετρώματα και τα αργιλοψαμμιτικά ωκεάνια ιζήματα (σχιστοκερατόλιθοι, φυλλίτες και φλύσχης). Ακολουθούν, προς τα επάνω, οι μολασσικοί σχηματισμοί. Τέλος, το σύνολο καλύπτεται από τους επωθημένους μεσοζωικούς  - ηωκαινικούς ασβεστόλιθους ή τα εντόνως μεταμορφωμένα πετρώματα ηπειρωτικής προέλευσης (μάρμαρα, γρανίτες, γνεύσιοι).

Επομένως, η Στρωματογραφία της Ελλάδας είναι πολύ απλή. Αντίθετα, η Τεκτονική είναι πιο πολύπλοκη και για να γίνει κατανοητή στο ύπαιθρο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την ύπαρξη των δύο διαδοχικών ορογενετικών φάσεων, της τεκτογένεσης και της ορογένεσης (τελικής πτύχωσης).

Και πάλι, όμως, η Τεκτονική είναι ενιαία για ολόκληρο τον Ελληνικό Χώρο. Π.χ. η επώθηση των μεσοζωικών - ηωκαινικών ασβεστόλιθων επί της μολάσσας είναι φαινόμενο γενικό, παρατηρούμενο από την Κρήτη και την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία και την Θράκη.


Η Γεωλογική Έρευνα στην Ελλάδα.


Η ΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

1. Εισαγωγή.

Η έρευνα της γεωλογικής δομής της Ελλάδας βρίσκεται σε κρίση, τα τελευταία χρόνια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δομή της Ελλάδας είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και, όπως φαίνεται από τις έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί μια θεωρία, η οποία να καλύπτει ικανοποιητικά όλες τις πτυχές του προβλήματος και να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, που πηγάζουν από τις παρατηρήσεις υπαίθρου.

Μετά από έναν αιώνα και πλέον γεωλογικών ερευνών, εξακολουθούν και υπάρχουν πολλά σκοτεινά σημεία, όσον αφορά την ιστορική αλληλουχία των γεωλογικών φαινομένων, που συνέβησαν κατά το παρελθόν, στην γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας.

Δεδομένης της ύπαρξης πολλών και μεγάλων οροσειρών, που σχηματίζονται από εντόνως πτυχωμένα πετρώματα, γίνεται φανερό, ότι κατά το παρελθόν έδρασαν δυνάμεις, οι οποίες πτύχωσαν τον φλοιό της Γης και δημιούργησαν τις οροσειρές. Το φαινόμενο αυτό ονομάσθηκε ορογένεση. 

Τα ερωτήματα που απασχολούν όσους ασχολούνται με το φαινόμενο της ορογένεσης είναι πολλά και ποικίλα. Το πρώτο ερώτημα αφορά την ηλικία της ορογένεσης. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την περιοχή και το είδος των πετρωμάτων, που πτυχώθηκαν κατά την ορογένεση. Φυσικά, δεν πρέπει να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο, σε μια δεδομένη περιοχή, να έδρασαν μία ή και περισσότερες διαδοχικές ορογενέσεις, κατά το παρελθόν, πράγμα που περιπλέκει το πρόβλημα. Για να αποφευχθούν ενδεχόμενα λάθη, καλόν είναι, σε μια περιοχή όπως είναι η Ελλάδα, να ερευνάται, κατ' αρχήν, η πλέον πρόσφατη ορογένεση.

Ορογενέσεις δεν έγιναν μόνο στην Ελλάδα, αλλά έγιναν και γίνονται σε ολόκληρη την επιφάνεια του πλανήτη. Επομένως έχει σημασία να γνωρίζουμε δύο πράγματα: α) εάν οι ορογενέσεις γίνονται με μηχανισμούς που υπακούουν σε κάποιους κανόνες, και β) εάν υπάρχουν κανόνες, να εξετάσουμε ποιοι είναι αυτοί.

Μέχρι την δεκαετία του 1970, το γεγονός ότι οι πτυχωμένες οροσειρές εντοπίζονταν κυρίως στην περιφέρεια των μεγάλων ηπείρων, δημιούργησαν την πεποίθηση, ότι η ορογένεση ήταν ένα φαινόμενο που αφορούσε την ζώνη επαφής μεταξύ ηπείρων και ωκεανών. Όμως, ο λεπτομερής μηχανισμός και το αίτιο της δημιουργίας των πτυχώσεων παρέμεναν άγνωστα.

Μετά την δεκαετία του 1970, με την ανακάλυψη της Θεωρίας των Τεκτονικών Πλακών, έγινε φανερό, ότι οι ήπειροι μετακινούνται και συγκρούονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να συνθλίβονται και να πτυχώνονται οι περιφερειακές τους ζώνες, δημιουργώντας τις οροσειρές.  
Στην περίπτωση του Ελληνικού χώρου και της Μεσογείου, ευρύτερα, έγινε δεκτό ότι η ορογένεση οφείλεται στην προσέγγιση - σύγκρουση της Αφρικανικής με τη Ευρωπαϊκή Πλάκα. Όμως, μέχρι σήμερα, οι απόψεις διίστανται, όσον αφορά τον λεπτομερή μηχανισμό της ορογένεσης. Σε γενικές γραμμές, οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι η σύγκρουση Αφρικής - Ευρώπης δεν είναι μετωπική, αλλά η Ευρώπη επωθείται επάνω στην Αφρική (ή, αντιστρόφως, η Αφρική υποβυθίζεται κάτω από την Ευρώπη). Όμως, απτές αποδείξεις υποστηριζόμενες από παρατηρήσεις δεν φαίνεται να υπάρχουν, μέχρι στιγμής.



F
Το όρος Μερέντα στην ΝΑ Αττική, όπως φαίνεται από τα Καλύβια Θορικού (από δυτικά). Διακρίνεται η επιφάνεια επώθησης των μαρμάρων  επί του φυλλιτικού – σχιστολιθικού υποβάθρου της Αττικής. Σε άλλα σημεία, τα μάρμαρα έχουν επωθηθεί και επί των μειοκαινικών μολασσικών σχηματισμών των Μεσογείων (περιοχή Μαρκόπουλου. Οι τελευταίοι, πριν από την επώθηση, είχαν ήδη αποτεθεί επικλυσιγενώς επί του φυλλιτικού υποβάθρου. Η επώθηση των μαρμάρων έγινε κατά το Μεσσήνιο. Το σύνολο πτυχώθηκε αργότερα και πήρε το σχήμα του αντικλίνου, που παρατηρούμε σήμερα. Η συγκεκριμένη δομή επαναλαμβάνεται σταθερά στην ΝΑ Αττική, την Ν. Εύβοια, την Άνδρο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων, όπου εμφανίζονται μάρμαρα. 



Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι ενώ η άποψη περί συγκρούσεως Ευρώπης και Αφρικής είναι γενικά αποδεκτή, δεν έχει διευκρινισθεί καθόλου ποιες περιοχές της Ελλάδας επηρεάσθηκαν (πτυχώθηκαν) από τις σχετικές ορογενετικές κινήσεις και πότε έγινε αυτό. Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν ταυτοποιηθεί τα πετρώματα της Ελλάδας με βάση την προέλευσή τους, δηλαδή σε ποια από τις δύο πλάκες ανήκαν, πριν από την ορογένεση.

Πολλοί ερευνητές δέχονται ότι η αφρικανική πλάκα, υποβυθιζόμενη κάτω από την ευρωπαϊκή, εξαφανίζεται μέσα στον μανδύα, καθώς εισχωρεί σε μεγάλα βάθη. Άλλοι δέχονται ότι τα βυθιζόμενα τεμάχη, αφού διατρέξουν μια υπόγεια διαδρομή, επανεμφανίζονται στην περιφέρεια της ευρωπαϊκής πλάκας, με την μορφή μεταμορφωμένων ή ηφαιστειακών πετρωμάτων. Γενικά, επικρατεί πλήρης ασάφεια, όσον αφορά τον μηχανισμό της ορογένεσης, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά την ηλικία της.

Όμως, στην Ελλάδα παρατηρείται μια καλή και συμμετρική οργάνωση των οροσειρών, οι οποίες, όπως είναι γνωστόν, διατάσσονται παράλληλα μεταξύ τους, κατά την διεύθυνση  ΒΔ - ΝΑ. Το γεγονός αυτό φαίνεται να δείχνει ότι πράγματι υπάρχει ένας συγκεκριμένος μηχανισμός ορογένεσης, ο οποίος επέδρασε σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, με τον ίδιο, λίγο - πολύ, τρόπο.



F
Η επώθηση των Τριαδικών ασβεστόλιθων του όρους Κτυπάς Βοιωτίας επί του οφιολιθικού υποβάθρου της πεδιάδας των Θηβών. Η επώθηση έγινε κατά το Μειόκαινο και η επιφάνεια επώθησης (την εποχή εκείνη) ήταν οριζόντια, σχεδόν στο υψόμετρο της πεδιάδας. Αργότερα, κατά το Κάτω Πλειόκαινο, η περιοχή του όρους Κτυπάς πτυχώθηκε σχηματίζοντας αντίκλινο, με αποτέλεσμα η επιφάνεια επωθήσεως να είναι σήμερα ελαφρώς κεκλιμένη, προς την πλευρά του παρατηρητή. Το υπερκείμενο ασβεστολιθικό τέμαχος προήλθε από την Ευρωπαϊκή Πλάκα, ενώ το υποκείμενο οφιολιθικό τέμαχος προήλθε από την Πλάκα της Τηθύος - Αφρικανική. Η επιφάνεια επωθήσεως ισοδυναμεί με την επιφάνεια ολίσθησης της μιας λιθοσφαιρικής πλάκας επί της άλλης.


Φυσικά, για να ανακαλύψει κανείς τα βαθύτερα αίτια και τους μηχανισμούς της ορογένεσης, χρειάζονται πολλές παρατηρήσεις υπαίθρου, οι οποίες πρέπει να καλύπτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια του ελληνικού χώρου, ώστε να μπορούν να εξαχθούν γενικά και ασφαλή συμπεράσματα. Η διαδικασία αυτή απαιτεί πολύ χρόνο, μεγάλες προσπάθειες και ιδιαίτερες ικανότητες, όσον αφορά την ταυτοποίηση των διαφόρων σχηματισμών και την εξακρίβωση των μεταξύ τους συσχετισμών. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή ονομάζεται γεωλογική αναγνώριση και έχει ως επιστέγασμα την κατασκευή ενός γεωλογικού χάρτη.

Με την επίλυση του αινίγματος της Ελληνικής Ορογένεσης ασχολήθηκα συστηματικά τα τελευταία χρόνια, θέλοντας να συμβάλλω, με τον τρόπο αυτόν, στην πληρέστερη κατανόηση της γεωλογικής δομής της Ελλάδας.


2. Τα κυριότερα προβλήματα της σύγχρονης γεωλογικής έρευνας. 

Στην Ελλάδα, σήμερα, η γεωλογική έρευνα διεξάγεται κυρίως από κρατικούς φορείς, όπως είναι τα Πανεπιστήμια και το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ). Ήδη, όμως, από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν αρχίσει να γίνονται από ξένους επιστήμονες, συστηματικές γεωλογικές έρευνες. 

Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό, ότι η διάδοση της γεωλογικής γνώσης προϋπέθετε την κατασκευή γεωλογικών χαρτών, όπου απεικονίζονται οι παρατηρήσεις των γεωλόγων. Στην πραγματικότητα, ο γεωλογικός χάρτης δεν είναι μια απεικόνιση της πραγματικότητας (όπως π.χ. μια φωτογραφία), αλλά μια προσεγγιστική απόδοση της πραγματικότητας, ο βαθμός πιστότητας της οποίας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. 

Βασικό στοιχείο της γεωλογικής χαρτογράφησης είναι η αναγνώριση των διαφόρων σχηματισμών και η τοπογραφική αποτύπωση των ορίων τους. Στην σημερινή εποχή, χάρη στην σύγχρονη τεχνολογία (ορθοφωτοχάρτες, GPS, δορυφορικές εικόνες), η αποτύπωση των ορίων είναι σχετικά εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, η ακριβής και ασφαλής αναγνώριση των σχηματισμών φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. 

Όπως είναι γνωστό, το ΙΓΜΕ έχει χαρτογραφήσει μέχρι σήμερα, σε κλίμακα 1:50.000, το σύνολο σχεδόν της Ελληνικής Επικράτειας. Φυσικά, οι χαρτογραφήσεις αυτές έγιναν από διαφορετικούς γεωλόγους και σε διαφορετικές εποχές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ένα ομοιόμορφο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι στο σύνολο των χαρτών αυτών, απαριθμούνται περισσότεροι από 1000 διαφορετικοί σχηματισμοί. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει στην πραγματικότητα. Είναι προφανές, ότι οι γεωλογικοί σχηματισμοί είναι πολύ λιγότεροι και ότι οι χαρτογράφοι καταγράφουν έναν σχηματισμό με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Δηλαδή, ο ίδιος σχηματισμός αναφέρεται (σε διαφορετικούς χάρτες) με διαφορετική περιγραφή, ηλικία, συμβολισμό κλπ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να δημιουργείται μια τεχνητή αύξηση του αριθμού και της ποικιλίας των σχηματισμών, πράγμα που δυσκολεύει την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων, σχετικά με την τεκτονική μιας ευρείας περιοχής. 


F
Το όρος Γιούχτας, νοτίως του Ηρακλείου Κρήτης, όπως φαίνεται από τα ανατολικά. Πρόκειται για ασβεστόλιθους της Τρίπολης επωθημένους επί του Νεογενούς της Κρήτης. Διακρίνεται η ζώνη της επώθησης στην βάση του βουνού, εκεί όπου αρχίζει η καλλιεργημένη περιοχή (υψόμετρο 500 μ. περίπου). Η επώθηση έγινε κατά το Μεσσήνιο, επί οριζόντιας επιφάνειας. Αργότερα, κατά το Κάτω Πλειόκαινο η περιοχή πτυχώθηκε και το σύνολο πήρε την αντικλινική μορφή που έχει σήμερα.


Είναι γνωστό ότι η ταυτοποίηση των γεωλογικών σχηματισμών βασίζεται στα λιθολογικά και παλαιοντολογικά χαρακτηριστικά τους. Όμως, ο γεωλογικός χάρτης δεν είναι απλώς μια αναπαράσταση ή καταγραφή των πετρωμάτων, που εμφανίζονται στην επιφάνεια της Γης. 

Η Γεωλογία είναι Ιστορική Επιστήμη και ενδιαφέρεται κυρίως για τον τρόπο σχηματισμού των πετρωμάτων, τον χώρο και την περιοχή στην οποία γεννήθηκαν, καθώς και για την εποχή κατά την οποία σχηματίσθηκαν. Δηλαδή, έχει σαν στόχο την περιγραφή της ιστορικής εξέλιξης του πλανήτη. 

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, ο γεωλόγος βασίζεται στις παρατηρήσεις υπαίθρου. Επομένως, πέραν της αποτύπωσης των πετρωμάτων, ο γεωλογικός χάρτης οφείλει να παρέχει και πληροφορίες για προέλευση των διαφόρων σχηματισμών, καθώς και πληροφορίες για άλλα φαινόμενα (ρήγματα, επωθήσεις κλπ.), τα οποία συνέβησαν σε παλαιότερες εποχές, τις οποίες ο γεωλόγος πρέπει να αποσαφηνίσει.

Παλαιότερα, ιδιαίτερή σημασία δόθηκε από τους ερευνητές στην αποτύπωση των πετρογραφικών χαρακτηριστικών των σχηματισμών, καθώς και στην γεωγραφική τους εξάπλωση. Υπήρχε η πεποίθηση, ότι τα πετρώματα σχηματίσθηκαν επί τόπου, δηλαδή στην περιοχή όπου τα βρίσκουμε σήμερα, και οποιαδήποτε μετέπειτα μεταβολή της φύσης τους (π.χ. διάβρωση, μεταφορά, ιζηματογένεση, μεταμόρφωση, πτύχωση κλπ.) ήταν αποτέλεσμα τοπικών παραγόντων, που κυρίως οφείλονταν στην ανύψωση ή ταπείνωση του φλοιού της Γης. Με βάση αυτήν την πεποίθηση, καθορίσθηκαν διάφορες ζώνες (οι Γεωτεκτονικές Ζώνες), οι οποίες υποτίθεται ότι είχαν, η κάθε μία χωριστά, διαφορετική στρωματογραφική διάρθρωση και τεκτονική εξέλιξη.

Κάθε ζώνη είχε ιδιαίτερα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά, καθώς και μια ορισμένη θέση, μέσα στον χώρο της Ελλάδας. Υπήρχε η πεποίθηση, ότι κάθε χώρος ήταν ανεξάρτητος και είχε ακολουθήσει την δική του ιδιαίτερη γεωλογική εξέλιξη. Αυτή η νοοτροπία οδήγησε στον κατακερματισμό της Ελλάδας σε πλήθος "διαφορετικών" περιοχών.



F
Επώθηση λεπτοπλακωδών ασβεστόλιθων της ενότητας της Πίνδου επί Pillow Lavas, στην περιοχή της Όθρυος, μεταξύ Λαμίας και Δομοκού. Η συγκεκριμένη διάταξη δεν ταιριάζει με καμία κλασσική στρωματογραφική ζώνη της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σχηματισμούς δυο διαφορετικών λιθοσφαιρικών πλακών. Οι υπερκείμενοι ασβεστόλιθοι της Πίνδου ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Πλάκα και οι υποκείμενοι οφιόλιθοι ανήκουν στην Αφρικανική Πλάκα. Μεταξύ τους υπάρχει λεπτό στρώμα μυλονιτιωμένων πετρωμάτων, πάχους 4 m περίπου. Πρόκειται για την ζώνη επώθησης, μέσα στην οποία τα πετρώματα έχουν υποστεί την λεγόμενη Δυναμομεταμόρφωση (μυλονιτίωση), δηλαδή μεταμόρφωση οφειλόμενη αποκλειστικά σε πιέσεις.


Με την πάροδο, όμως, του χρόνου και την πρόοδο της έρευνας, αποδείχθηκε σιγά - σιγά, ότι τα γεωλογικά φαινόμενα ακολουθούν την Θεωρία των Τεκτονικών Πλακών, δηλαδή υπάρχουν μετακινήσεις τεραστίων τεμαχών του φλοιού, συνοδευόμενες από επωθήσεις μεγάλης κλίμακας (εκατοντάδων χιλιομέτρων), που έλαβαν χώρα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (λίγα εκατομμύρια χρόνια). Με τον τρόπο αυτό, οι νοοτροπίες άλλαξαν. Τώρα, πλέον, κανείς σχηματισμός δεν μπορεί να θεωρείται "αυτόχθων". Όλοι οι σχηματισμοί μετακινούνται συνεχώς, κατά την οριζόντια έννοια. Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής, ήταν να αλλάξει και το αντικείμενο της γεωλογικής έρευνας. Τώρα πλέον, ο γεωλόγος, εκτός των άλλων, ενδιαφέρεται και για την γεωγραφική προέλευση του σχηματισμού, δηλαδή για το πού βρισκόταν ο σχηματισμός αυτός πριν από μερικά εκατ. χρόνια, έχοντας υπόψη του, ότι ο δεδομένος σχηματισμός, στην Ελλάδα, μπορεί να προέρχεται από δύο διαφορετικές Πλάκες: είτε την Αφρικανική, είτε την Ευρωπαϊκή.


3. Προέλευση των πετρωμάτων των ελληνικών οροσειρών και η σχέση τους με τις πλάκες.

Με βάση τα παραπάνω νέα δεδομένα, γίνεται εύκολα κατανοητό, ότι η ακριβής ταυτοποίηση και περιγραφή των σχηματισμών παίζει πρωταρχικό ρόλο στην γεωλογική έρευνα. 

Στην περίπτωση των ιζηματογενών πετρωμάτων, η παρουσία απολιθωμάτων διευκολύνει  την ταυτοποίηση, καθορίζοντας ταυτόχρονα και την ηλικία του πετρώματος.  Η περίπτωση αυτή αφορά κυρίως του ασβεστόλιθους, οι οποίοι σχηματίζονται στην θάλασσα, στην περιοχή της υφαλοκρηπίδας, δηλαδή μέχρι του βάθους των 200 μ. περίπου. Οι ασβεστόλιθοι είναι θαυμάσιο μέσο χρονολόγησης των πετρωμάτων και πολύ διαδεδομένο, δεδομένου ότι καλύπτουν περίπου το 10% της επιφάνειας του πλανήτη.

Σε άλλες, όμως, περιπτώσεις πετρωμάτων, δεν υπάρχουν απολιθώματα και τότε η ταυτοποίηση γίνεται αποκλειστικά με βάση τα λιθολογικά χαρακτηριστικά του πετρώματος. Τέτοια ιζηματογενή πετρώματα είναι ο φλύσχης και η μολάσσα, τα οποία κατά κανόνα στερούνται απολιθωμάτων ή τα περιεχόμενα απολιθώματα, λόγω τεκτονικών αιτίων, έχουν μετακινηθεί και δεν προσφέρονται για χρονολογήσεις. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και όταν τα πετρώματα έχουν υποστεί μεταμόρφωση.


3.1. Προέλευση των Νεογενών Σχηματισμών.

Οι νεογενείς σχηματισμοί έχουν πολύ μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα. Πρόκειται για λιμναίες και θαλάσσιες μάργες, ψαμμίτες και κροκαλοπαγή, καθώς και για μαργαϊκούς υφαλογενείς ασβεστόλιθους.

Παλαιότερα, υπήρχε η άποψη, ότι η ελληνική ορογένεση ολοκληρώθηκε κατά το Βουρδιγάλιο (Κάτω Μειόκαινο) και έκτοτε ο χώρος της Ελλάδας εχέρσευσε, τουλάχιστον εν μέρει. Ακολούθως, οι περιοχές που αναδύθηκαν υπέστησαν διάβρωση και τα παραγόμενα υλικά της διάβρωσης επετέθησαν, κατά την διάρκεια του Νεογενούς, σε χαμηλά σημεία (λίμνες ή θάλασσες), δημιουργώντας τους νεογενείς σχηματισμούς. 




F
Πλάκα σιπολινικών μαρμάρων επωθημένη επί του φυλλιτικού – γνευσιακού υποβάθρου, στην περιοχή Παλιόκαστρου της Άνδρου. Στην ζώνη επωθήσεως έχει σχηματισθεί μυλονίτης, ο οποίος δεν είναι μεταμορφωμένος. Αυτό δείχνει, ότι τα μάρμαρα ήταν ήδη μεταμορφωμένα, όταν επωθήθηκαν επί του μεταμορφωμένου υποβάθρου. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε ολόκληρη την λεγόμενη «Αττικοκυκλαδική Μάζα».


3.2. Προέλευση του Φλύσχη και των Οφιόλιθων.

Στην περίπτωση του φλύσχη, το τεράστιο λάθος που έγινε στο παρελθόν είναι το γεγονός ότι αυτός θεωρήθηκε ως ιζηματογενές πέτρωμα προερχόμενο από την αποσάθρωση κοντινών οροσειρών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι οροσειρές υποτίθεται ότι βρίσκονταν προς την πλευρά της Ευρώπης και ο ωκεανός προς την πλευρά της Αφρικής.

Όμως, εξετάζοντας το θέμα, υπό το πρίσμα των σύγχρονων ωκεανογραφικών γνώσεων, βλέπουμε, ότι ο φλύσχης είναι ένα αργιλοψαμμιτικό ίζημα, πολύ λεπτό, που αποτέθηκε σε πολύ μεγάλα βάθη (μεγαλύτερα των 4000 - 5000 μ., σε αβυσσικό περιβάλλον), δηλαδή πολύ μακριά από τις ηπειρωτικές ακτές. Επομένως, το υλικό του δεν μπορεί να προέρχεται από αποσάθρωση νεοσχηματιζόμενων οροσειρών και ο φλύσχης δεν μπορεί να σχετίζεται με την ορογένεση. 

Αντίθετα, η συχνή παρουσία οφιολιθικών σωμάτων κοντά ή μέσα στις εμφανίσεις του φλύσχη, δείχνει ότι ο φλύσχης και οι οφιόλιθοι πρέπει να έχουν την ίδια παλαιογεωγραφική προέλευση. Οι οφιόλιθοι, είναι ήδη γνωστό, ότι δημιουργούνται, και αυτοί, στον πυθμένα των ωκεανών, σε αβυσσικό περιβάλλον. Οι παρατηρήσεις το επιβεβαιώνουν: Στην Βόρεια Πίνδο, στην περιοχή του Σμόλικα, οι μεγάλες οφιολιθικές εμφανίσεις υπόκεινται κανονικά του φλύσχη (της Πίνδου) αποδεικνύοντας, ότι οφιόλιθοι και φλύσχης έχουν γειτονική παλαιογεωγραφική προέλευση, δηλαδή τον πυθμένα ενός ωκεανού. Πού, όμως, βρισκόταν αυτός ο ωκεανός;

Σήμερα, μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής υπάρχει η Μεσόγειος Θάλασσα. Επειδή είναι γνωστό, ότι η προσέγγιση Αφρικής - Ευρώπης βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και επειδή η διαδικασία αυτή έχει ξεκινήσει ήδη πριν από 5 - 6 εκ. έτη, τουλάχιστον, είναι αυτονόητο ότι το πλάτος της Μεσογείου ήταν πολύ μεγαλύτερο, παλαιότερα. Εάν δεχθούμε ότι σήμερα η ταχύτητα σύγκλισης Αφρικής - Ευρώπης είναι της τάξης των 30 mm/έτος και εάν υποθέσουμε ότι ο ρυθμός αυτός διατηρήθηκε σταθερός κατά τα τελευταία 5 εκατ. έτη, τότε υπολογίζουμε ότι στο διάστημα αυτό, το πλάτος της Μεσογείου μειώθηκε κατά 150 χλμ. περίπου. Άρα, μπορούμε να δεχθούμε, ότι παλαιότερα η Μεσόγειος αποτελούσε πραγματικό ωκεανό, όσον αφορά τις διαστάσεις της. Ο ωκεανός αυτός ονομάσθηκε, από τον Suess, Θάλασσα της Τηθύος. Είναι πιθανόν ο ωκεανός αυτός να υπήρχε από την εποχή του Παλαιοζωικού αιώνα και να διατηρήθηκε καθ' όλη την διάρκεια του Μεσοζωικού, μέχρι και σήμερα.

Σύμφωνα, λοιπόν με όλες τις ενδείξεις, οι οφιόλιθοι της Ελλάδας, προέρχονται από τον πυθμένα της Τηθύος. Με βάση την θεωρία των λιθοσφαιρικών πλακών, ο ωκεανός αυτός αποτελεί μια ωκεάνια λιθοσφαιρική πλάκα, η οποία διεισδύει κάτω από την Ευρωπαϊκή Πλάκα, ακολουθώντας την προς Βορρά κίνηση της Αφρικανικής Πλάκας. Σήμερα, το μέτωπο επαφής - πρόσκρουσης των δύο πλακών τοποθετείται νοτίως της Κρήτης και ΝΔ της Πελοποννήσου. Συχνά, η ζώνη αυτή αναφέρεται και ως το μέτωπο της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.

Πρέπει εδώ να διευκρινισθεί, ότι η κυρίως Αφρικανική Πλάκα έχει ηπειρωτική σύσταση, ενώ η Πλάκα της Τηθύος έχει καθαρά ωκεάνια σύσταση. Όμως, συχνά εντάσσουμε την πλάκα της Τηθύος στην Αφρικανική πλάκα, διότι από κινηματικής απόψεως, οι δύο πλάκες φαίνεται να συμπεριφέρονται ως ενιαίο σύνολο, το οποίο εισχωρεί κάτω από την Ευρωπαϊκή Πλάκα.

Το επόμενο ερώτημα, που προκύπτει ως φυσική συνέπεια της παραπάνω ανάλυσης, είναι το εξής: Μετά την εισχώρηση της πλάκας της Τηθύος κάτω από την Ευρωπαϊκή, τι συνέβη και τι συμβαίνει σήμερα, δεδομένου ότι η κίνηση των πλακών συνεχίζεται;

Η παρουσία των οφιολίθων, μέσα στις οροσειρές της Ελλάδας, και μάλιστα σε μεγάλους όγκους, όπως στην οροσειρά της Πίνδου, μας επιτρέπει να κάνουμε της εξής υπόθεση: Η πλάκα της Τηθύος, αφού εισχώρησε κάτω από την Ευρωπαϊκή, συνέχισε να κινείται προς τα Βόρεια, σχεδόν οριζόντια, σε πολύ μικρό βάθος. Τελικά, αναδύθηκε εντελώς, συμπαρασύροντας, κατακόρυφα προς τα άνω, και την υπερκείμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα. Ταυτόχρονα ή λίγο αργότερα, το σύνολο των πετρωμάτων των δύο πλακών πτυχώθηκε σε οροσειρές και ο ωκεανός της Τηθύος συρρικνώθηκε περαιτέρω, περιοριζόμενος, τελικά, στην σημερινή Μεσόγειο. 



F
Η ζώνη επώθησης των Μαρμάρων με παρεμβολές πυριτόλιθων (Plattenkalk) επί του Νεογενούς, στην περιοχή Σκινιάς Ελούντας Λασιθίου Κρήτης. Διακρίνεται η δυναμομεταμόρφωση και κυλινδροποίηση που υπέστησαν τα πετρώματα, λόγω των οριζόντιων τάσεων που προκλήθηκαν από την επώθηση. Η επώθηση έγινε μετά το Μεσσήνιο, στο οποίο ανήκουν πιθανότατα, οι υποκείμενες μάργες. Το σύνολο έχει λάβει κλίση προς τα ανατολικά, λόγω της πτύχωσης, που έλαβε χώρα μεταγενέστερα της επώθησης, πιθανότατα κατά το Κάτω Πλειόκαινο.


Άρα, εάν η προηγούμενη υπόθεση αληθεύει, μέσα στις οροσειρές της Ελλάδας, πρέπει να συνυπάρχουν (με κάποιους κανόνες βέβαια) πετρώματα δύο διαφορετικών πλακών. Το νέο ερώτημα που προκύπτει, είναι το εξής: Είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε και να ταξινομήσουμε τα πετρώματα της Ελλάδας ανάλογα με την τεκτονική προέλευσή τους, δηλαδή να προσδιορίσουμε εάν προέρχονται την μία ή την άλλη πλάκα;  Το ερώτημα είναι βασικής σημασίας, διότι εάν καταφέρουμε να απαντήσουμε καταφατικά, τότε αποδεικνύεται ότι ο μηχανισμός ορογένεσης, πού μόλις αναφέρθηκε, δεν είναι μια απλή υπόθεση, αλλά πραγματικότητα.

Όσον αφορά τους οφιόλιθους και τον φλύσχη, μπορούμε ήδη να απαντήσουμε, ότι προέρχονται από την Αφρικανική Πλάκα (πιο συγκεκριμένα από την Θάλασσα της Τηθύος). Η πιθανότητα παρόμοια πετρώματα να προέρχονται και από την Ευρωπαϊκή Πλάκα, είναι ελάχιστη, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν επάνω στην πλάκα αυτή οι κατάλληλες συνθήκες σχηματισμού τέτοιων πετρωμάτων (βαθιές θάλασσες).

Εάν περιορισθούμε στα παλαιότερα των πετρωμάτων, δηλαδή στα προνεογενή, τα οποία πιθανότατα δημιουργήθηκαν πριν από την σύγκρουση των πλακών και την τελευταία ορογένεση, τότε διαπιστώνουμε ότι οι οροσειρές της Ελλάδας, αποτελούνται κυρίως από δύο μεγάλες ομάδες πετρωμάτων: τα ανθρακικά (ασβεστόλιθοι, δολομίτες, μάρμαρα) και τα αργιλοπυριτικά (πυριγενή και μεταμορφωμένα). Παρακάτω θα εξετάσουμε την πιθανή προέλευση αυτών των σχηματισμών.


3.3. Προέλευση των ασβεστόλιθων.

Οι ασβεστόλιθοι είναι πετρώματα βιογενούς προέλευσης και για τον λόγο αυτόν ο σχηματισμός τους απαιτεί την ύπαρξη φωτός. Επομένως, συνήθως, αποτίθενται σε θάλασσες με μικρό βάθος, μέχρι 200 m. Βεβαίως, μικροσκοπικά τεμάχια ασβεστιτικού υλικού μπορεί να παρασυρθούν και να αποτεθούν σε μεγαλύτερα βάθη. Όμως, καθώς αυξάνει το βάθος, αυξάνει και η διαλυτότητα του ανθρακικού ασβεστίου στο θαλασσινό νερό. Έτσι, η ασβεστολιθική ιζηματογένεση είναι πολύ πτωχή σε μεγάλα βάθη. Έχει διαπιστωθεί ότι κάτω του βάθους των 4000 m περίπου (στους σύγχρονους ωκεανούς) δεν υπάρχει ασβεστολιθική ιζηματογένεση.

Στην Ελλάδα, οι περισσότεροι ασβεστόλιθοι έχουν ηλικία μεσοζωική - καινοζωική. Σχηματίζουν παχιές ιζηματογενείς σειρές, που, στρωματογραφικά, εκτείνονται, κατά συνεχή τρόπο, από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο. Αυτό το χαρακτηριστικό δείχνει ότι οι ασβεστόλιθοι σχηματίσθηκαν μέσα σε μια θάλασσα μικρού βάθους, η οποία, ταυτόχρονα, παρέμεινε σε σχεδόν ήρεμη κατάσταση, από τεκτονικής απόψεως, επί πολλά εκατομμύρια χρόνια. 

Αυτές οι σχεδόν σταθερές συνθήκες, μπορούμε να υποθέσουμε ότι επικράτησαν στην θάλασσα της Τηθύος, σε όλη την διάρκεια του Μεσοζωικού. Από ποιο, όμως, συγκεκριμένο σημείο της Τηθύος προέρχονται οι ασβεστόλιθοι της Ελλάδας; Η απάντηση είναι προφανής: Οι ασβεστόλιθοι προέρχονται από το βόρειο περιθώριο της Τηθύος, δηλαδή από την περιφέρεια (υφαλοκρηπίδα) της Ευρωπαϊκής Πλάκας, διότι μόνο αυτή η περιοχή πτυχώθηκε, κατά την τελευταία (Αλπική) ορογένεση. Το νότιο περιθώριο της Τηθύος (αφρικανικό) έχει παραμείνει ανέπαφο το δε ενδιάμεσο τμήμα (όπου πιθανώς βρίσκεται η Ελλάδα) έχει ήδη καλυφθεί από την ευρωπαϊκή πλάκα. Η πιθανότητα να προέρχονται οι ασβεστόλιθοι από νοτιότερα της Ελλάδας σημεία, δηλαδή από το κέντρο της Μεσογείου (ή της Τηθύος) είναι μηδαμινές, δεδομένου ότι στις περιοχές αυτές, λόγω του μεγάλου βάθους, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ασβεστολιθική ιζηματογένεση αλλά μόνο φλυσχική, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω.

Από όσα αναφέρθηκαν, πιο πάνω, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι οι ασβεστόλιθοι, ως τμήμα της ευρωπαϊκής πλάκας, μετακινήθηκαν από Βορρά προς Νότο και κάλυψαν το βόρειο τμήμα της αφρικανικής πλάκας, δηλαδή τον ωκεανό της Τηθύος. Με την διαδικασία της επώθησης, εξηγείται η σημερινή παρουσία ασβεστολιθικών πετρωμάτων επί οφιολιθικών ή φλυσχικών, σε ολόκληρη σχεδόν την Ελλάδα. Αυτή δεν είναι μια θεωρητική προσέγγιση, μόνον, αλλά το φαινόμενο επιβεβαιώνεται και από τις παρατηρήσεις υπαίθρου.



F
Επώθηση των μεσοζωικών ασβεστόλιθων επί της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης, στον Θεολόγο Λοκρίδας. Είναι χαρακτηριστική η έλλειψη ταξινόμησης του υλικού της μυλονιτιωμένης ζώνης καθώς και η μεγάλη περιεκτικότητα του μυλονίτη σε άργιλο (terra rosa). Η άργιλος είναι προϊόν εξαλλοίωσης των υποκείμενων σχιστοκερατόλιθων, οι οποίοι έχουν θρυμματισθεί εντελώς και έχουν αναμιχθεί με τον μυλονίτη. Παλαιότερα η terra rosa είχε θεωρηθεί ως προϊόν χημικής εξαλλοίωσης των ασβεστόλιθων. Σήμερα, αποδεικνύεται ότι είναι προϊόν δυναμομεταμόρφωσης των σχιστόλιθων ή οφιόλιθων.  


Σε όλες τις περιπτώσεις, άνευ εξαίρεσης, η παρατηρούμενη ζώνη μεταξύ ασβεστόλιθων και υποκείμενων πετρωμάτων, είναι επιφάνεια επώθησης. Παλαιότερα, η επαφή αυτή είχε ερμηνευθεί ως «Κρητιδική Επίκλυση», το δε υπάρχον, στην βάση της επωθημένης ασβεστολιθικής σειράς, τεκτονικό λατυποπαγές, είχε ερμηνευθεί ως «κροκαλοπαγές βάσεως». Το φαινόμενο αποτελεί κανόνα, στην Δυτική Ελλάδα, όπου ασβεστόλιθοι διαφόρων «ενοτήτων» (Παρνασσού, Πίνδου, Ιονίου) βρίσκονται επωθημένοι επί στρωμάτων φλύσχου μεγάλου πάχους, του οποίου το υπόβαθρο είναι άγνωστο ή αντιπροσωπεύεται από οφιόλιθους. Παλαιότερα, υπήρχε η άποψη ότι η σειρά των στρωμάτων ήταν αντίστροφη, ότι, δηλαδή, οι ασβεστόλιθοι υπόκειντο του φλύσχη και ότι εμφανίζονταν ή ξεπρόβαλαν στην επιφάνεια (κάτω από τον φλύσχη) υπό την μορφή «λεπίων». Αυτό ήταν ένα τεράστιο λάθος. Σήμερα, εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ότι οι ασβεστόλιθοι του Παρνασσού, της Γκιώνας, των Βαρδουσίων και του Τυμφρηστού, βρίσκονται στην κορυφή των ορέων αυτών, επωθημένοι επάνω σε ένα παχύτατο στρώμα φλύσχη.

Κλείνοντας αυτήν την παράγραφο, θέλω να σημειώσω, ότι στην Ανατολική Ελλάδα, υπάρχει ή ίδια, με την παραπάνω, δομή, με την μόνη διαφορά, ότι οι ασβεστόλιθοι αντικαθίστανται από μάρμαρα και ο φλύσχης από μεταμορφωμένα πετρώματα (φυλλίτες και γνεύσιους). Δηλαδή, αμφότερες οι σειρές, επωθημένη και υποκείμενη, είναι μεταμορφωμένες. Αυτό, όμως δεν είναι γενικός κανόνας. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αμεταμόρφωτοι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι είναι επωθημένοι επί φυλλιτών (Πάρνηθα), και αντιστρόφως, υπάρχουν μάρμαρα επωθημένα επί των οφιολίθων, των φυλλιτών και του Νεογενούς (Νάουσα Πάρου). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο μυλονίτης της επώθησης είναι αμεταμόρφωτος. Αυτό σημαίνει ότι η μεταμόρφωση των μαρμάρων ή των υποκείμενων φυλλιτών είναι προγενέστερη της εποχής της επώθησης.

Λεπτομέρειες για το φαινόμενο αυτό θα δούμε σε επόμενη παράγραφο, όταν εξετάσουμε το θέμα του μεταμορφισμού.     


3.4. Προέλευση των μεταμορφωμένων πετρωμάτων.

Το θέμα της προέλευσης των μεταμορφωμένων πετρωμάτων της Ελλάδας, αποτελεί, ακόμη και σήμερα, ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της γεωλογικής έρευνας. Αξίζει, λοιπόν, στην συνέχεια, να ασχοληθούμε με την λύση αυτού του μυστηρίου.

Όπως είναι γνωστό, τα μεταμορφωμένα πετρώματα προέρχονται από προϋπάρχοντα πετρώματα, τα οποία μετασχηματίζονται, κάτω από την επίδραση υψηλών πιέσεων ή (και) θερμοκρασιών. 

Θεωρητικώς, τα προϋπάρχοντα πετρώματα μπορεί να είναι μαγματικά, ιζηματογενή ή και παλαιότερα μεταμορφωμένα, όμως, στην πράξη, ενδιαφέρον παρουσιάζει μόνο η μεταμόρφωση των ιζημάτων. Στα ιζήματα, η διαφορά μεταξύ αρχικού και τελικού προϊόντος της μεταμόρφωσης είναι ουσιαστική και πολύ θεαματική.

Η μεταμόρφωση μπορεί να οφείλεται αποκλειστικά στην δράση υψηλών πιέσεων, οπότε ονομάζεται Δυναμομεταμόρφωση. Μπορεί, όμως, να οφείλεται και αποκλειστικά στην δράση υψηλών θερμοκρασιών, οπότε ονομάζεται Θερμομεταμόρφωση. Τέλος, μπορεί να οφείλεται και σε συνδυασμό των δύο προηγούμενων παραγόντων, οπότε ονομάζεται Γενική Μεταμόρφωση.




F
Σιπολινικά μάρμαρα επωθημένα επί φυλλιτών του υποβάθρου, στην περιοχή Αλμυροπόταμου Νοτίου Ευβοίας. Λεπτομέρεια της ζώνης επώθησης. Δεν πρόκειται για κανονική επαφή – επίκλυση, διότι, στην περίπτωση εκείνη, θα έπρεπε να υπάρχει μεταβατική ζώνη μεταξύ των δύο πετρωμάτων. Απλώς, στο σημείο αυτό έχει μηδενισθεί το πάχος του μυλονίτη της επώθησης (αυτός παρατηρείται σταθερά σε γειτονικά σημεία της περιοχής). Η εν λόγω διάταξη μπορεί να προκαλέσει λανθασμένα συμπεράσματα και όσον αφορά τις συνθήκες της μεταμόρφωσης. Τα δύο πετρώματα δεν μεταμορφώθηκαν συγχρόνως, αλλά ξεχωριστά, σε διαφορετικά περιβάλλοντα, πριν από την εποχή της επώθησης (Μεσσήνιο). 


3.4.1. Δυναμομεταμορφωμένα Πετρώματα.

Κατά την δυναμομεταμόρφωση το πέτρωμα υποβάλλεται σε μεγάλες πιέσεις και θρυμματίζεται, σχηματίζοντας νέα πετρώματα, που γενικώς ονομάζονται μυλονίτες. Συνήθως η μυλονιτίωση προκαλείται από τις ολισθήσεις δύο μεγάλων τεμαχών του φλοιού, κατά μήκος ρηγμάτων (κατακόρυφη κίνηση) ή επιφανειών επώθησης (οριζόντια κίνηση). Παλαιότερα, ο ρόλος των μυλονιτών είχε υποτιμηθεί, όμως, σήμερα, έχει αποκτήσει τεράστια σημασία, διότι ο εντοπισμός τους συνδέεται με την δράση τεκτονικών κινήσεων πολύ μεγάλης κλίμακας, όπως είναι η επώθηση της ευρωπαϊκής επί της αφρικανικής πλάκας.

Γενικά, ο γεωλόγος αντιμετωπίζει πρόβλημα, όταν αναφέρεται σ’ έναν μυλονίτη, και δυσκολεύεται να τον αντιμετωπίσει ως «πέτρωμα», λόγω της πετρολογικής του ετερογένειας. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει. Απλώς, χρειάζεται να έχουμε υπόψη μας, ότι στις μικρές κλίμακες παρατήρησης, δεν μπορεί να υπάρχει ακριβής περιγραφή αυτών των πετρωμάτων, διότι μεγάλο ρόλο παίζει η υποκειμενικότητα του παρατηρητή. Στις μεγάλες, όμως, κλίμακες, οι μυλονίτες έχουν τα χαρακτηριστικά των κοινών σχηματισμών (πάχος, κλίση, στρώση κλπ.).

Κατά την ολίσθηση που γίνεται μεταξύ δύο τεμαχών, σχετικώς σκληρών, οι εφαπτόμενες επιφάνειες των πετρωμάτων θρυμματίζονται, αρχικά σε μεγάλους ογκόλιθους και αργότερα, καθώς η κίνηση συνεχίζεται, σε μικρότερα τεμάχη. Τα παραγόμενα υλικά παραμένουν επί τόπου και γεμίζουν το διάκενο, που σχηματίζεται μεταξύ των δύο τεμαχών. Τα υλικά αυτά ονομάζονται μυλονίτες. Ένα μυλονίτης περιέχει κροκάλες, λατύπες, χαλίκια, άμμους και αργίλους. Όλα αυτά το υλικά προσδίδουν στο πέτρωμα την όψη ενός ιζηματογενούς πετρώματος. Όμως, οι μυλονίτες διαφέρουν ριζικά από τα ιζηματογενή, στα εξής σημεία:

~ Τα επί μέρους υλικά δεν έχουν σαφή κατάταξη στον χώρο, διότι δεν υπάρχει το φαινόμενο της μεταφοράς και της απόθεσης, που οδηγεί στον σχηματισμό των στρώσεων στα ιζηματογενή πετρώματα. Στους μυλονίτες είναι χαρακτηριστική η χαοτική ανάμιξη ετερογενών υλικών, τόσο από απόψεως μεγέθους, όσο και από απόψεως πετρολογικής σύστασης.

~ Υπάρχει μεγάλη περιεκτικότητα σε γωνιώδη τεμάχια (λατύπες), πράγμα που δεν συμβαίνει στις τεταρτογενείς προσχώσεις.

~ Κατά το αρχικό στάδιο της κίνησης, οι δύο εφαπτόμενοι σχηματισμοί θρυμματίζονται σε μεγάλα κυλινδρικά τεμάχια, που «κυλούν» μεταξύ τους. Σχηματίζουν εναλλαγές στρωμάτων από σκληρά και μαλακά υλικά. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται κυλινδροποίηση.

~ Λόγω της τριβής, οι λατύπες στρογγυλοποιούνται και μετατρέπονται σε κροκάλες, οι οποίες έχουν χαρακτηριστικό φακοειδές σχήμα, παρόμοιο με αυτό των μοραίνων των παγετώνων. Το φαινόμενο αυτό συχνά προκαλεί συγχύσεις και ένας μυλονίτης μπορεί να παρουσιάζεται, στους χάρτες, ως απόθεση ποταμών ή παγετώνων.

~ Η πετρολογική σύσταση των υλικών εξαρτάται από τα πετρώματα που έρχονται σε επαφή κατά μήκος του ρήγματος ή της επώθησης. Π.χ. μπορεί να έχουμε τον σχηματισμό ενός μίγματος ασβεστόλιθων – οφιολίθων ή ασβεστόλιθων – νεογενών μαργών. 

~ Τα υλικά των μυλονιτών συχνά είναι συγκολλημένα μεταξύ τους (τσιμεντωμένα). Αυτό συμβαίνει όταν ο μυλονίτης βρεθεί σε υγρό περιβάλλον πλούσιο σε ανθρακικό ασβέστιο. Το φαινόμενο παρατηρείται συχνά στην βάση επωθημένων καρστικών ασβεστόλιθων, στην επαφή τους με υποκείμενα πετρώματα, που είναι αδιαπέρατα.

~ Κάτω από την επίδραση των υψηλών πιέσεων και των διαλυμάτων που κυκλοφορούν, ο μυλονίτης μπορεί να ανακρυσταλλωθεί εντελώς και να μεταβληθεί σε συμπαγές πέτρωμα. Όμως αυτή η ανακρυστάλλωση δεν συνοδεύεται από εμφάνιση σχιστότητας, όπως συμβαίνει σε άλλα μεταμορφωμένα πετρώματα, παρά το γεγονός ότι οι αναπτυσσόμενες τάσεις είναι τεράστιες. Μερικές φορές, οι μυλονίτες εμφανίζουν φυλλοειδή υφή ή και στρώση, η οποία είναι παράλληλη προς το επίπεδο του ρήγματος ή της επωθήσεως, δηλαδή παράλληλα προς την διεύθυνση των τάσεων. Το αντίθετο συμβαίνει στα κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα, όπου η σχιστότητα αναπτύσσεται κάθετα προς την διεύθυνση των τάσεων.  Φαίνεται, ότι η εμφάνιση σχιστότητας, στα κρυσταλλοσχιστώδη, προκαλείται κυρίως από αύξηση της θερμοκρασίας και δεν είναι μόνο αποτέλεσμα των πιέσεων.



F
Μυλονιτίωση και κυλινδροποίηση της βάσης των επωθημένων ασβεστόλιθων στο Μαρτίνο Λοκρίδας. Οι ασβεστόλιθοι έχουν επωθηθεί επί οφιολίθων και σχιστοκερατολίθων. Εντός του μυλονίτη της επώθησης έχουν εγκλωβισθεί και κοιτάσματα βωξίτη ή σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων, όπως αυτά της Λάρυμνας. Τα μεταλλεύματα δημιουργήθηκαν από την χημική εξαλλοίωση (λατεριτίωση) των υποκείμενων οφιολίθων και διατηρήθηκαν στην θέση αυτή, αφού καταπλακώθηκαν από τους επωθούμενους ασβεστόλιθους της ευρωπαϊκής πλάκας.  


Στην Ελλάδα, λόγω της επωθήσεως της ευρωπαϊκής πλάκας επί της αφρικανικής, έχει σχηματισθεί ένας μυλονίτης, ακριβώς μεταξύ των δύο πλακών. Η παρουσία αυτού του μυλονίτη είναι γενική και καλύπτει ολόκληρη την χώρα. Το πάχος, όμως, του μυλονίτη διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Προφανώς, αυτό οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής, κατά την εποχή, που έλαβε χώρα η επώθηση.

Το πάχος του μυλονίτη είναι ιδιαίτερα μεγάλο, όταν συμβαίνει να επωθούνται ασβεστόλιθοι επί μαλακότερων πετρωμάτων, όπως είναι ο φλύσχης και οι νεογενείς μάργες. Τότε, τα υποκείμενα πετρώματα, υφίστανται  έντονες παραμορφώσεις (ρήγματα, πτυχώσεις), σε αρκετό βάθος κάτω από την επιφάνεια επώθησης. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται Τεκτονική Διάβρωση. Ουσιαστικά, η υπερκείμενη πλάκα «διαβρώνει» την υποκείμενη.

Η τεκτονική διάβρωση, παράγει μεγάλη ποσότητα χαλαρών υλικών. Σε υγρό περιβάλλον, τα υλικά αυτά, είναι δυνατόν να αποτίθενται και πάλι και να στερεοποιούνται. Σχηματίζονται, τότε νέα «ιζηματογενή πετρώματα», που ονομάζονται Μολάσσες. Άρα οι μολάσσες είναι πετρώματα που προέρχονται από την τεκτονική διάβρωση και χαρακτηρίζονται από ελάχιστη μεταφορά και ταυτόχρονη απόθεση σε αβαθή θάλασσα. Είναι φανερό, ότι τέτοιες συνθήκες επικράτησαν στο παρελθόν, όταν η Ευρωπαϊκή Πλάκα επωθήθηκε επί του πυθμένα της θάλασσας της Τηθύος.


3.4.2. Θερμομεταμόρφωση.

Η θερμική μεταμόρφωση το πέτρωμα θερμαίνεται σε υψηλές θερμοκρασίες (300 – 800 ºC), χωρίς, ουσιαστική αύξηση των πιέσεων. Το φαινόμενο φαίνεται ότι συνδέεται με την ύπαρξη, μέσα στον φλοιό της Γης, μαγματικών εστιών, όπου ορισμένα υλικά είναι σε ρευστή κατάσταση. Τέτοιες περιοχές είναι, φυσικά, τα ηφαίστεια, όπου το μάγμα, κατορθώνει να ανέλθει από το εσωτερικό της Γης, από τον μανδύα, και να φθάσει μέχρι την επιφάνεια. Σε πολλές περιπτώσεις, φαίνεται ότι το μάγμα συνοδεύεται και από υπέρθερμα διαλύματα νερού, τα οποία ερχόμενα σε επαφή με τους περιβάλλοντες την μαγματική εστία σχηματισμούς, τους μεταμορφώνουν θερμικά.

Συνήθως, η θερμική μεταμόρφωση περιβάλλει την μαγματική εστία σε ένα πάχος μερικών εκατοντάδων μέτρων. δηλαδή είναι ένα σχετικώς τοπικό φαινόμενο. Τα περιβάλλοντα πετρώματα δημιουργούν ένα νέο σχηματισμό, που ονομάζεται άλως μεταμόρφωσης. Η θερμική μεταμόρφωση προκαλεί βίαιη ανακρυστάλλωση, που οδηγεί στον σχηματισμό άμορφων ή μικροκρυσταλλικών ορυκτών, υαλώδους υφής και μεγάλης συνεκτικότητας ή σκληρότητας. Τα προκύπτοντα πετρώματα ονομάζονται γενικώς κερατόλιθοι.  

Εάν η μεταμόρφωση συνοδεύεται από κυκλοφορία υπέρθερμων διαλυμάτων, τότε το αρχικό πέτρωμα αλλάζει χημική σύσταση και μετατρέπεται σε ένα είδος κερατολίθου, που ονομάζεται skarn. Το φαινόμενο ονομάζεται μετασωμάτωση και διαφέρει από την γενική μεταμόρφωση, στην οποία δεν υπάρχει αλλαγή της αρχικής χημικής σύστασης..

Εάν υπέρθερμα διαλύματα έλθουν σε επαφή με ανθρακικά πετρώματα, τότε μέσα στο σχηματιζόμενο skarn μπορεί να γίνει και απόθεση μεταλλευμάτων. Είναι πιθανόν τα καρστικά νερά να συμμετέχουν στην διαδικασία. Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση τα θερμά διαλύματα να έλθουν σε επαφή με μάργες ή ψαμμίτες, οπότε τους μεταμορφώνουν σε κερατόλιθους.

Η προέλευση και η γεωγραφική θέση των θερμών μαγματικών εστιών, που προκαλούν την θερμομεταμόρφωση, είναι ένα ζήτημα, το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει.

Είναι αυτονόητο, ότι η επωθούμενη τεκτονική πλάκα της Ευρώπης δεν μπορεί να περιέχει μαγματικές εστίες. Επομένως αυτές πρέπει να αναζητηθούν στην υποκείμενη πλάκα του ωκεανού της Τηθύος. Εάν δεχθούμε, ότι η Τηθύς είχε την δομή του σημερινού Ατλαντικού, τότε στον πυθμένα της θα υπήρχαν διάσπαρτα χιλιάδες υποθαλάσσια ηφαίστεια, τα οποία, αποτελούσαν και μαγματικές εστίες. Άρα είναι προφανής η προέλευση των μαγματικών εστιών, δηλαδή είναι ο πυθμένας της Τηθύος (αφρικανική πλάκα).

Στο ερώτημα, από ποια ιζήματα, προέρχονται οι κερατόλιθοι, η απάντηση είναι απλή: οι κερατόλιθοι προέρχονται από τα αργιλοψαμμιτικά ιζήματα (φλύσχες), που αποτίθενται κανονικά στους πυθμένες των ωκεανών, όπως αναφέρθηκε, ήδη, στην παράγραφο 1.3.1.

Αυτό αποδεικνύεται από τις παρατηρήσεις υπαίθρου. Στην Ελλάδα, υπάρχει στενή γεωγραφική σχέση μεταξύ υποθαλάσσιων ηφαιστείων, υπερβασικών πετρωμάτων, οφιολίθων, φλυσχοειδών και κερατολίθων. Η σχιστοκερατολιθική διάπλαση με οφιόλιθους, που περιγράφηκε από τον Renz, στην Ανατολική Ελλάδα, έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά. Η περμοτριαδική ακολουθία πετρωμάτων (Αττική, Πάρνηθα), που περιγράφηκε από τον ίδιο ερευνητή, εκτός από φυλλίτες, γνεύσιους κλπ. μεταμορφωμένα πετρώματα, περιέχει και οφιολιθικά σώματα. Οι δύο πετρογραφικές ενότητες, ταυτίζονται ουσιαστικά. Το μόνο λάθος του Renz ήταν, ότι προσπάθησε να τα εντάξει μέσα σε ένα γεωσύγκλινο και να τους αποδώσει μια ηλικία. Στην πραγματικότητα, τα πετρώματα αυτά δεν έχουν καθορισμένη ηλικία.

Στην βιβλιογραφία τα πετρώματα αυτά ονομάζονται και Ηφαιστειοϊζηματογενή (Volkanosedimentaires) και εμφανίζονται σχεδόν παντού στην Ελλάδα (νησιά του ΒΑ Αιγαίου, Θράκη, Δ. Μακεδονία και Χαλκιδική. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εμφανίσεις αυτές συνδέονται και με μεταλλοφορία.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημάνουμε, ότι η ηφαιστειακή δράση της Τηθύος εκδηλώνεται ακόμη και σήμερα, στην περιοχή της Μεσογείου και του Αιγαίου, όπου εμφανίζεται πλήθος ενεργών ή ανενεργών ηφαιστείων (Αίγινα, Μέθανα, Μήλος, Θήρα, Αστυπάλαια, Κως, Νίσυρος). Στην ηφαιστειακή δράση οφείλεται επίσης και η εμφάνιση των θερμομεταλλικών πηγών (Μέθανα, Καμένα Βούρλα, Αιδηψός, Υπάτη, Ικαρία κλπ.).

Επομένως, με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι η θερμομεταμόρφωση έλαβε χώρα στον πυθμένα της Τηθύος. Σε περιοχές, όπου επικρατούσαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες, ήταν δυνατόν να προκληθεί ακόμη και την ανάτηξη των υπερκείμενων ιζημάτων. Σε άλλες, όμως, περιοχές, όπου οι θερμοκρασίες ήταν χαμηλότερες, θα πρέπει να υποθέσουμε, ότι ο βαθμός μεταμόρφωσης των υπερκείμενων πετρωμάτων ήταν χαμηλότερος. Το θέμα αυτό θα εξετάσουμε στην επόμενη παράγραφο.


3.4.3. Γενική Μεταμόρφωση.

Κατά την γενική μεταμόρφωση, το ίζημα μετατρέπεται σε κρυσταλλοσχιστώδες πέτρωμα. Κλασσικό παράδειγμα είναι η μεταμόρφωση μιας αργίλου σε αργιλικό σχιστόλιθο, σερικιτικό σχιστόλιθο, μαρμαρυγιακό σχιστόλιθο, αμφιβολίτη, πυροξενίτη, γνεύσιο κλπ. (σειρά με συνεχώς αυξανόμενη ένταση μεταμόρφωσης).

Παλαιότερα, όταν μεσουρανούσε η Θεωρία του Γεωσυγκλίνου, οι γεωλόγοι πίστευαν, ότι η γενική μεταμόρφωση οφειλόταν στην συνεχή βύθιση του γεωσυγκλίνου, που γινόταν κάτω από το βάρος των συνεχώς συσσωρευόμενων ιζημάτων. Υποτίθεται, ότι τα βαθύτερα ιζήματα μεταμορφώνονταν, λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας και της πίεσης, που συμβαίνει σε μεγάλα βάθη.

Αργότερα, όμως, ανακαλύφθηκε, ότι δεν υπάρχουν γεωσύγκλινα, αλλά μόνο λιθοσφαιρικές πλάκες. Έτσι, οι ιδέες άλλαξαν και η μεταμόρφωση συνδέθηκε με τις περιοχές, όπου μια πλάκα βυθίζεται, σε πολύ μεγάλο βάθος, κάτω από μια γειτονική της. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται Subduction (Yποβύθιση). Όμως και πάλι υπήρξε πρόβλημα, διότι δεν μπορεί να εξηγηθεί ικανοποιητικά, γιατί η υποβυθιζόμενη πλάκα, αφού μεταμορφωθεί, αναδύεται και μάλιστα πτυχώνεται, αποτελώντας, τελικά, τμήμα των οροσειρών. 

Στην πραγματικότητα, στην Ελλάδα υπάρχουν δύο κατηγορίες μεταμορφωμένων πετρωμάτων, με διαφορετική προέλευση:

α) Μεταμορφωμένα πετρώματα, που ανήκουν στην επωθούμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα. Τα πετρώματα αυτά μετακινήθηκαν ταυτόχρονα με τους ασβεστόλιθους, που αναφέραμε πιο πάνω. Πιθανώς αποτελούσαν το υπόβαθρο των ασβεστόλιθων και συγκροτούσαν τον πυθμένα της θάλασσας που υπήρχε στα κράσπεδα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μεταξύ αυτών των πετρωμάτων μπορεί να συγκαταλέγονται και ορισμένα όξινα πυριγενή (γρανίτες, γρανοδιορίτες).

β) Μεταμορφωμένα πετρώματα, που προέρχονται από την μεταμόρφωση των πετρωμάτων του πυθμένα του ωκεανού της Τηθύος και κυρίως του φλύσχη. Η μεταμόρφωση του φλύσχη οφείλεται στο γεγονός ότι τα ιζήματά του παρέμειναν στον πυθμένα του ωκεανού, επί πολύ μακρύ χρονικό διάστημα και επομένως είχαν τον απαραίτητο χρόνο να μεταμορφωθούν, ακόμη και σε μέσες ή χαμηλές θερμοκρασίες.

Σημειώνουμε, ότι το πάχος του βασαλτικού φλοιού, στον πυθμένα των ωκεανών, είναι πολύ μικρό και ότι είναι δυνατή μια, εκ των κάτω, υπερθέρμανση του φλοιού, λόγω θερμικών ρευμάτων που κυκλοφορούν στον ανώτερο μανδύα. Η υπερθέρμανση αυτή, μπορεί εύκολα να φθάσει την θερμοκρασία των 300 ºC, οπότε ο φλύσχης μεταμορφώνεται σε σερικιτικό ή μαρμαρυγιακό σχιστόλιθους. Εάν η θερμοκρασία αυξηθεί περαιτέρω, τότε είναι δυνατόν ο φλύσχης να μεταμορφωθεί σε γνεύσιους ή οφθαλμογνεύσιους (γνεύσιοι με μεγάλους στρογγυλούς κρυστάλλους αστρίων). Περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας προκαλεί το φαινόμενο της θερμομεταμόρφωσης, που αναφέρθηκε παραπάνω.

Οι παρατηρήσεις υπαίθρου επιβεβαιώνουν την διάκριση των δύο κατηγοριών μεταμορφωμένων πετρωμάτων, ανάλογα με την πλάκα στην οποία ανήκουν. Τα μεν ανθρακικά ιζήματα και τα όξινα πυριγενή ή μεταμορφωμένα ανήκουν στην ευρωπαϊκή πλάκα, τα δε αργιλοψαμμιτικά πυριτικά ιζήματα και τα βασικά πυριγενή ή μεταμορφωμένα ανήκουν στην αφρικανική πλάκα.


3.4.4. Ασβεστόλιθοι και Μάρμαρα.

Τα ανθρακικά πετρώματα, αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, που αξίζει προσοχής, διότι απαντώνται και σε μεταμορφωμένη μορφή (μάρμαρα) και σε αμεταμόρφωτη (ασβεστόλιθοι , δολομίτες). Σε πρώτη προσέγγιση, μπορούμε να παρατηρήσουμε, ότι η μεταμόρφωση έχει προσβάλλει τα ανθρακικά πετρώματα στις ανατολικές περιοχές της χώρας και ότι το ίδιο  ισχύει και για τους αργιλοψαμμιτικούς σχηματισμούς, εφόσον τα αμεταμόρφωτα φλυσχοειδή απαντώνται μόνο στην Δυτική Ελλάδα, ενώ τα μεταμορφωμένα (φυλλίτες) κυρίως στην Ανατολική. Αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη και δεν επιβεβαιώνεται από παρατηρήσεις, διότι:

~ Στην Κρήτη υπάρχουν τα μάρμαρα (Plattenkalk) και ταυτόχρονα οι φυλλίτες (Φυλλιτικό Σύστημα). Επίσης υπάρχουν και οι αμεταμόρφωτοι ασβεστόλιθοι του τύπου Τρίπολης και Πίνδου. Όπως έχει αποδειχθεί από τις παρατηρήσεις, μάρμαρα και ασβεστόλιθοι έχουν επωθηθεί επί των φυλλιτών. Δηλαδή, τεκτονικώς μάρμαρα και ασβεστόλιθοι συγγενεύουν, και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι συγγενεύουν και γεωχημικώς. Η μεταμόρφωση δεν φαίνεται να σχετίζεται με την τεκτονική. (Επισημαίνουμε, ότι παλαιότεροι ερευνητές, παρασυρόμενοι από την ιδέα, ότι τα μεταμορφωμένα πετρώματα κατέχουν την βάση της στρωματογραφικής στήλης, τοποθετούσαν τους Plattenkalk κάτω από τους φυλλίτες. Αυτό όμως δεν αληθεύει). Με βάση τα όσα έχουμε αναφέρει πιο πάνω, φαίνεται ότι οι υποκείμενοι φυλλίτες ανήκουν στην Αφρικανική Πλάκα, ενώ τα ανθρακικά πετρώματα προέρχονται από την επωθημένη Ευρωπαϊκή Πλάκα. Επομένως, μεταμορφωμένοι και αμεταμόρφωτοι ασβεστόλιθοι συνυπάρχουν. Μάλιστα, στις περιοχές Μάραθου Ηρακλείου και Τζερμιάδες Λασιθίου μάρμαρα και ασβεστόλιθοι εφάπτονται πλευρικά μεταξύ τους, έχοντας ως κοινό υπόβαθρο τους φυλλίτες.

~ Στην Αττική υπάρχουν τα μάρμαρα του Πεντελικού Όρους και του Υμηττού, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν, σε μικρή απόσταση, δυτικότερα, οι αμεταμόρφωτοι ασβεστόλιθοι  της Πάρνηθας, του Αιγάλεω Όρους, των λόφων Ακρόπολης, Λυκαβηττού κλπ. Όλοι αυτοί οι ανθρακικοί σχηματισμοί βρίσκονται επωθημένοι επί ενός κοινού υποβάθρου, των Αθηναϊκών Σχιστόλιθων (φυλλιτών). (Επισημαίνουμε, και πάλι, ότι παλαιότεροι ερευνητές, είχαν τοποθετήσει τα μάρμαρα κάτω από τον Αθηναϊκό Σχιστόλιθο). Π.χ. στην Ανατολική Αττική, τα πεντελικά μάρμαρα βρίσκονται επωθημένα επί των φυλλιτών και επί της νεογενούς μολάσσας, που είναι επικλυσιγενής επί των φυλλιτών. Αυτό μπορεί να το παρατηρήσει κανείς, στο Πικέρμι και στην Ραφήνα. Στην ΒΑ Αττική, μεταξύ Καλάμου και Βαρνάβα, οι αμεταμόρφωτοι ασβεστόλιθοι της Πάρνηθας σχεδόν εφάπτονται πλευρικώς με τα σιπολινικά μάρμαρα Βαρνάβα – Γραμματικού, ενώ αμφότεροι οι ανθρακικοί σχηματισμοί βρίσκονται επωθημένοι επί των Αθηναϊκών Σχιστόλιθων. Επομένως, και στην Αττική, μεταμορφωμένοι και αμεταμόρφωτοι ασβεστόλιθοι συνυπάρχουν, ως τμήματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας, ενώ είναι ευνόητο, ότι οι υποκείμενοι Αθηναϊκοί Σχιστόλιθοι ανήκουν στην Αφρικανική Πλάκα.

~ Στην Κεντρική Εύβοια και νοτιότερα μέχρι την περιοχή του Αλιβερίου, παρατηρούμε αμεταμόρφωτους μεσοζωικούς ασβεστόλιθους επωθημένους επί φυλλιτών. Νοτιότερα, όμως, στην περιοχή της Λίμνης Δύστου, η σύσταση του επωθημένου τεμάχους αλλάζει και οι ασβεστόλιθοι δίνουν την θέση τους σε σιπολινικά μάρμαρα, τα οποία εκτείνονται νοτιότερα, μέχρι τις κορυφές του όρου Όχη. Ακόμη νοτιότερα, στην περιοχή Καρύστου – Πλατανιστού – Ακρωτηρίου Καφηρέα, το υπόβαθρο επανεμφανίζεται και η περιοχή καλύπτεται αποκλειστικά από φυλλίτες και γνεύσιους. Άρα, και εδώ βλέπουμε, ότι επάνω σε ένα κοινό υπόβαθρο φυλλιτών – γνευσίων, που ανήκει στην Αφρικανική Πλάκα, έχουν επωθηθεί ταυτόχρονα ασβεστόλιθοι και μάρμαρα. Προφανώς η μεταμόρφωση δεν συνδέεται με την επώθηση και πολύ περισσότερο με την ορογένεση (πτύχωση), που είναι φαινόμενο μεταγενέστερο.

~ Στην Κεντρική Μακεδονία, το όρος Πάικο αποτελείται από αμεταμόρφωτους κρητιδικούς ασβεστόλιθους επωθημένους επί οφιολιθικών – σχιστολιθικών – ηφαιστειοϊζηματογενών  πετρωμάτων. Ολίγον δυτικότερα, στην περιοχή του όρους Βέρμιο, επί του μεταμορφωμένου φυλλιτικού υποβάθρου, παρατηρούμε επωθημένα μάρμαρα. ΄Όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι παρατηρήσεις επιβεβαιώνουν, ότι η επώθηση ασβεστόλιθων και μαρμάρων έγινε ταυτόχρονα, κατά το Μεσσήνιο και ακολούθησε κατά το Κάτω Πλειόκαινο η πτύχωση, η οποία οδήγησε στον σχηματισμό των δύο αντικλίνων, που δημιούργησαν τα όρη. Η περιοχή μεταξύ Πάικου και Βερμίου (Λεκάνη Αριδαίας ή Αλμωπία) παρέμεινε απτύχωτη και οριζόντια σχεδόν. Στην περιοχή αυτή μειοκαινικά μολασσικά ιζήματα καλύπτουν επικλυσιγενώς το φυλλιτικό υπόβαθρο. Η επώθηση των ασβεστόλιθων και μαρμάρων της Ευρωπαϊκής Πλάκας έγινε επί του στρώματος της μολάσσας, αφού είχε ήδη αποτεθεί αυτό επί του φυλλιτικού υποβάθρου και ενώ τα στρώματα εξακολουθούσαν να είναι οριζόντια.   

Από τις παραπάνω παρατηρήσεις συνάγεται το συμπέρασμα, ότι η επώθηση αμεταμόρφωτων και μεταμορφωμένων ασβεστόλιθων είναι γενικό φαινόμενο στην Ελλάδα και ότι όλοι οι ανθρακικοί σχηματισμοί ανήκουν σε μία πλάκα, η οποία είναι η Ευρωπαϊκή.



ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ BLOG