Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Στρωματογραφία και Τεκτονική της Ελλάδας.




ΣΤΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

2. Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΛΛΗΛΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΠΛΑΚΩΝ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗΣ.
2.1. Εισαγωγή – Γενικά.
2.2. Προέλευση των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής.
2.3. Χαρακτηριστικά της Αφρικανικής Πλάκας.
2.4. Χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Πλάκας. 
2.5.  Χαρακτηριστικά της Μολάσσας.
2.6. Ιδιαίτερες επισημάνσεις όσον αφορά τις Πλάκες και την Μολάσσα.
2.7. Γενική κατακόρυφη στρωματογραφική και γεωτεκτονική ακολουθία.

3. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΟΓΕΝΕΣΗΣ.
3.1. Τεκτογένεση και Ορογένεση.
3.2. Τεκτογένεση. Επώθηση της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.
3.3. Ορογένεση. Ταυτόχρονη πτύχωση των δύο Πλακών.
3.4. Περιγραφή των κυριότερων ορογενετικών φαινομένων.
3.5. Συμπεράσματα

4. ΣΤΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΟΦΙΟΛΙΘΩΝ.
4.1. Εισαγωγή - Γενικά.
4.2. Η θεωρία της συνιζηματογενούς προέλευσης των οφιολίθων.
4.3. Η θεωρία της τεκτονικής προέλευσης των οφιολίθων.
4.4. Παρατηρήσεις μου επί των Οφιολίθων, της Περμοτριαδικής Ακολουθίας και των Φυλλιτών.
4.5. Παρατηρήσεις μου επί των οφιολιθικών εμφανίσεων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.
4.6. Σχέση μεταξύ της Περμοτριαδικής Ακολουθίας, της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης και των Οφιολίθων τους.
4.7. Συγχώνευση των οφιολιθικών - αργιλοψαμμιτικών ενοτήτων.
4.8. Τελικά συμπεράσματα επί των Οφιολίθων, της Περμοτριαδικής Ακολουθίας και των Φυλλιτών.
4.9. Γεωγραφική κατανομή των εμφανίσεων του οφιολιθικού συμπλέγματος στην Ελλάδα.



1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η Στρωματογραφία και Τεκτονική της Ελλάδας είναι μια ιστοσελίδα, στην οποία περιγράφω τις παρατηρήσεις μου σχετικά με την Γεωλογία της Ελλάδας. Στόχος μου, αρχικά, ήταν να εξετάσω την γεωλογική δομή της Ελλάδας, κάτω από το πρίσμα της Θεωρίας της Τεκτονικής των Πλακών. Οι εξερευνήσεις μου ξεκίνησαν το 2001 περίπου. Ιδιαίτερη σημασία έδωσα στην συλλογή πραγματικών παρατηρήσεων υπαίθρου (δικών μου χαρτογραφήσεων) και απέφυγα, όσο ήταν δυνατόν, τις αυθαίρετες ερμηνείες και εικασίες, που υπήρχαν στην βιβλιογραφία και συμπλήρωναν την έλλειψη στοιχείων υπαίθρου.

Η έρευνα αυτή με οδήγησε στην ολοκληρωτική απόρριψη των παλαιών ορογενετικών μοντέλων στρωματογραφίας και τεκτονικής, δηλαδή των λεγόμενων Γεωτεκτονικών Ζωνών και των Τεκτονοστρωματογραφικών Πεδίων, που υποτίθεται ότι δομούν τον ελληνικό χώρο. Ο κύριος λόγος της απόρριψης αυτής ήταν το γεγονός, ότι οι δικές μου παρατηρήσεις - χαρτογραφήσεις, που πραγματοποιήθηκαν σε πολλά μέρη της Ελλάδας, δεν συμφωνούσαν με τα παραπάνω θεωρητικά μοντέλα.

Επίσης, το μεγάλο μειονέκτημα των παραπάνω θεωριών ήταν, ότι δεν οδηγούσαν σε ένα ενιαίο και συνεκτικό μοντέλο στρωματογραφίας και τεκτονικής, που θα μπορούσε να εφαρμοσθεί σε ολόκληρον τον ελληνικό χώρο, αλλά διαιρούσαν το χώρο αυτόν σε μικρά τμήματα, με διαφορετική γεωλογική ιστορία το καθένα. Κάτι τέτοιο ήταν φυσικά απίθανο να συμβαίνει στην πραγματικότητα, λόγω των μικρών σχετικώς διαστάσεων της εν λόγω περιοχής.  

Με την πάροδο του χρόνου αντιλήφθηκα ότι σημαντικά τεκτονικά φαινόμενα έλαβαν χώρα ομοιόμορφα, σε ολόκληρη την Ελλάδα, κατά το τέλος του Μειοκαίνου. Τα φαινόμενα αυτά δείχνουν, ότι η οριζόντια τεκτονική, δηλαδή οι επωθήσεις και τα καλύμματα, έπαιξαν τον σπουδαιότερο ρόλο στην διαμόρφωση της γεωλογικής δομής της Ελλάδας. 

Η παρατήρηση έρχεται σε συμφωνία με τις σύγχρονες απόψεις, περί οριζόντιας μετακίνησης των λιθοσφαιρικών πλακών, και καταρρίπτει τις παλαιότερες απόψεις, που έδιναν έμφαση στην κατακόρυφη τεκτονική, στα πλαίσια των εγκαταλειμμένων, πλέον, σήμερα, θεωριών περί Γεωσυγκλίνων και Τάφρων ή Υβωμάτων.

Τελικά, οι πολύχρονες προσπάθειές μου κατέληξαν στην διατύπωση μιας νέας ορογενετικής θεωρίας που την ονόμασα Θεωρία της Επαλληλίας των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής - Theory of the Superposition of the Tectonic Plates of Europe and Africa.


2. Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΛΛΗΛΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΠΛΑΚΩΝ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗΣ.

2.1. Εισαγωγή – Γενικά.

Η ελληνική ορογένεση οφείλεται στην προσέγγιση και "σύγκρουση" των δύο μεγάλων λιθοσφαιρικών πλακών, της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής. Η προσέγγιση των δύο πλακών πιθανότατα ξεκίνησε κατά το Παλαιογενές και φαίνεται ότι συνεχίζεται και μέχρι σήμερα. Όμως, οι λεπτομέρειες αυτής της διαδικασίας έμειναν σκοτεινές για μεγάλο χρονικό διάστημα (περίοδος 1950 - 1970), επηρεασμένες από τις θεωρίες των γεωσυγκλίνων, που εφαρμόσθηκαν με σχετική επιτυχία στην Δυτική Ελλάδα (κατά την περίοδο των πρώτων ερευνών για πετρέλαιο), αλλά αδυνατούσαν να επεκταθούν στην Ανατολική Ελλάδα, λόγω της ύπαρξης, εκεί, μεγάλων μαζών μεταμορφωμένων πετρωμάτων. Η συνύπαρξη μεταμορφωμένων, αμεταμόρφωτων αλλά και εκρηξιγενών (οφιολιθικών) πετρωμάτων μέσα στους ίδιους χώρους αποτελούσε ανέκαθεν το μεγάλο αίνιγμα για τους ερευνητές, αν και όλοι συμφωνούσαν, γενικώς, ότι η ελληνική ορογένεση οφείλεται στην σύγκρουση της Ευρώπης με την Αφρική.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των ερευνών μου, η "σύγκρουση" αυτή πραγματοποιήθηκε σε δύο διαδοχικά στάδια, ως εξής:

Σε πρώτο στάδιο, η προσέγγιση των πλακών είχε σαν αποτέλεσμα την σχεδόν οριζόντια επώθηση του νοτίου τμήματος της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί του βορείου τμήματος της Αφρικανικής. Η φάση αυτή πιθανότατα διήρκεσε καθ' όλο το Μειόκαινο, χωρίς οι πλευρικές τάσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας να προκαλέσουν ουσιαστική πτύχωση του φλοιού και δημιουργία ορέων. Επομένως, χαρακτηριστικό του πρώτου σταδίου είναι η διαδικασία της επάλληλης τοποθέτησης των πλακών. Το στάδιο αυτό ονομάζουμε Τεκτογένεση.

Σε δεύτερο στάδιο, κατά το Κάτω Πλειόκαινο, η προηγούμενη διαδικασία σταμάτησε απότομα και κάτω από την επίδραση των πλευρικών τάσεων, που συνέχισαν να συσσωρεύονται μεταξύ Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας, το σύνολο του φλοιού της Γης που βρισκόταν μεταξύ των δύο ηπείρων, πτυχώθηκε και αναδύθηκε. Έτσι, σχηματίσθηκαν οι οροσειρές της Ελλάδας. Επομένως, χαρακτηριστικό του δεύτερου σταδίου είναι η συνολική πτύχωση. Το στάδιο αυτό, με την στενή έννοια του όρου, το ονομάζουμε Ορογένεση, επειδή κατά το στάδιο αυτό δημιουργήθηκαν οι οροσειρές.

Τα δύο στάδια, Τεκτογένεση και Ορογένεση, δεν αφορούν μόνο την γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας. Έχουμε σοβαρές ενδείξεις ότι τα φαινόμενα αυτά προεκτείνονται και στις γειτονικές χώρες, έλαβαν χώρα κατά την ίδια γεωλογική εποχή, και είναι πολύ πιθανόν να αφορούν και ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο.


2.2. Προέλευση των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής.

Οι δύο πλάκες, Ευρωπαϊκή και Αφρικανική, πριν από την "σύγκρουσή" τους, αποτελούσαν δύο εντελώς ξεχωριστές παλαιογεωγραφικές - γεωτεκτονικές ενότητες, με την έννοια ότι είχαν δημιουργηθεί και εξελιχθεί σε διαφορετικούς τόπους και με διαφορετικό τρόπο μέσα στον γεωλογικό χρόνο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, οι στρωματογραφικοί χαρακτήρες της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής Πλάκας να διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους, πριν ακόμη συγκρουσθούν. Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει, σήμερα, να τις διακρίνουμε εύκολα μέσα στις γεωλογικές δομές της Ελλάδας, που προέκυψαν μετά την ορογένεση, αρκεί να γνωρίζουμε τα βασικά λιθολογικά χαρακτηριστικά τους, που είναι τα εξής:

α) Αφρικανική Πλάκα. Περιλαμβάνει πετρώματα ωκεάνιας - αβυσσικής προέλευσης, δηλαδή εκρηξιγενή (περιδοτίτες, οφιόλιθοι) και ιζηματογενή βαθιάς θάλασσας (σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης). 

β) Ευρωπαϊκή Πλάκα. Περιλαμβάνει θαλάσσια ανθρακικά ιζήματα ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας (μεσοζωικοί - ηωκαινικοί ασβεστόλιθοι) καθώς και πετρώματα καθαρώς ηπειρωτικής προέλευσης (γρανίτες και γνεύσιοι). 

γ) Μολάσσα. Στα ανώτερα στρώματα της Αφρικανικής Πλάκας, συναντούμε, σε στρωματογραφική ασυμφωνία, μια τρίτη σημαντική παλαιογεωγραφική - γεωτεκτονική ενότητα, που αντιστοιχεί στην Μολάσσα. Η μολάσσα αποτελείται από μάργες, ψαμμίτες και κροκαλοπαγή, μειοκαινικής ηλικίας, που αποτέθηκαν κανονικά επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, σε συνθήκες αβαθούς θάλασσας. Φαίνεται, ότι η Αφρικανική Πλάκα είχε προηγουμένως (κατά το Παλαιογενές) αναδυθεί, χωρίς να πτυχωθεί και είχε διαβρωθεί επιφανειακώς, με αποτέλεσμα να έχει μετατραπεί σε μια μεγάλη οριζόντια πλατφόρμα.

Κατά την διάρκεια της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής, που συνέβη κατά το Ανώτερο Μειόκαινο, τα μολασσικά ιζήματα, που ήδη είχαν αποτεθεί στην κορυφή της Αφρικανικής Πλάκας, κατακερματίσθηκαν, παρασύρθηκαν και επανατοποθετήθηκαν σε άλλες θέσεις. Δηλαδή, η μολάσσα σχημάτισε, κατά κάποιον τρόπο, το τεκτονικό λατυποπαγές ή λατυποπαγές επωθήσεως, που παρεμβάλλεται μεταξύ της υπερκείμενης Ευρωπαϊκής Πλάκας και της υποκείμενης Αφρικανικής.

Επομένως, μέσα στα βουνά της Ελλάδας διακρίνουμε τρεις κύριες παλαιογεωγραφικές - τεκτονικές ενότητες, με τα εξής βασικά χαρακτηριστικά, όσον αφορά την γενετική προέλευσή τους: Οι δύο πρώτες συγκροτούν τις συμπαγείς πλάκες (Αφρικανική και Ευρωπαϊκή), που υπήρχαν πριν από την σύγκρουση των πλακών. Η τρίτη ενότητα (Μολάσσα) αποτελεί το ανώτερο, στρωματογραφικώς, τμήμα της Αφρικανικής Πλάκας, το οποίο σχηματίσθηκε όταν η Ευρωπαϊκή Πλάκα επωθήθηκε επί της Αφρικανικής.

Η Μολάσσα αποτελεί σήμερα τον κύριο καθοδηγητικό στρωματογραφικό ορίζοντα της Ελλάδας, διότι επάνω από αυτήν βρίσκονται τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας και κάτω από αυτήν τα πετρώματα της Αφρικανικής. Αυτό το φαινόμενο μας βοηθά να διαχωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε στο ύπαιθρο τις πλάκες ακόμα και εάν αυτές βρίσκονται σήμερα έντονα πτυχωμένες και παραμορφωμένες, μέσα στις οροσειρές.

Σημειώνεται, ότι μεταμορφωμένη μολάσσα ουδέποτε παρατηρήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι η κύρια πτύχωση - ορογένεση του Κάτω Πλειόκαινου, ουδόλως μεταμόρφωσε τα προϋπάρχοντα πετρώματα. 

Η Μολάσσα εμφανίζεται σχεδόν παντού στην Ελλάδα, καθώς και στις γειτονικές χώρες, όπου παρατηρούνται εκτεταμένες πλατφόρμες (πλατφόρμα Απουλίας, Ανατολικής Θράκης κλπ.). Αυτό δείχνει ότι κατά το Μειόκαινο, ο ελληνικός γεωγραφικός χώρος ήταν ενιαίος και συνεχής και ότι χαρακτηριζόταν από μια πολύ απλή γεωλογική δομή. Ο σύγχρονος διαμελισμός του Αιγαίου οφείλεται σε κατακόρυφες κινήσεις, οι οποίες φαίνεται ότι ήταν εξαιρετικά έντονες κατά το Ανώτερο Πλειόκαινο και το Τεταρτογενές. 
 
Αναλυτικότερα, μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις παραπάνω τρεις τεκτονικές ενότητες.


2.3. Χαρακτηριστικά της Αφρικανικής Πλάκας.

Στην Ελλάδα υπάρχουν άφθονες εμφανίσεις πετρωμάτων ωκεάνιας ή αβυσσικής προέλευσης (περιδοτίτες, οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης). Η προέλευση αυτών των πετρωμάτων πρέπει να αναζητηθεί στον πυθμένα ενός ωκεανού, ο οποίος, πριν από την ορογένεση, βρισκόταν μεταξύ της Ευρωπαϊκής και της Αφρικανικής Πλάκας. Παρόμοια πετρώματα σχηματίζονται και σήμερα στον πυθμένα όλων των σύγχρονων ωκεανών, σε αβυσσικό περιβάλλον, βάθους μεγαλύτερου από 4000 m. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των πετρωμάτων είναι ότι έχουν αποκλειστικά αργιλοπυριτική ορυκτολογική σύσταση, δηλαδή δεν περιέχουν ασβεστολιθικά ιζήματα.

Πρώτος, ο  Αυστριακός γεωλόγος Eduard Suess, το 1893, υποπτεύθηκε την ύπαρξη ενός ωκεανού, μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής, που τον ονόμασε Ωκεανό της Τηθύος. Έχοντας υπόψη του την ύπαρξη των ασβεστόλιθων των Άλπεων, υπέθεσε - λανθασμένα - ότι οι ασβεστόλιθοι αυτοί προέρχονταν από τον πυθμένα της Τηθύος. Επίσης, υπέθεσε ότι η σημερινή Μεσόγειος Θάλασσα αποτελεί υπόλειμμα της Τηθύος. 

Με βάση τα σημερινά δεδομένα της Τεκτονικής των Πλακών, φαίνεται πιθανότερο ο ωκεανός της Τηθύος να υπήρξε πράγματι, αλλά να αποτελούσε μια ωκεάνια πλάκα, που ήταν προσκολλημένη στο βόρειο τμήμα της Αφρικανικής ηπειρωτικής πλάκας και την συνόδευε στις μετακινήσεις της. Κατά την ορογένεση, τμήμα του ωκεανού αυτού αναδύθηκε, δημιούργησε μια επίπεδη πλατφόρμα και στην συνέχεια πτυχώθηκε, με αποτέλεσμα τα πετρώματά του να εμφανίζονται σήμερα μέσα στις οροσειρές της Ελλάδας.

Στην Ελλάδα, ειδικά, τα πετρώματα της Αφρικανικής Πλάκας αντιπροσωπεύονται από τους περιδοτίτες, οφιόλιθους, σχιστοκερατόλιθους, σχιστόλιθους και τον φλύσχη, που απαντώνται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας, σχηματίζοντας διάφορες μεταβατικές μεταξύ τους ενότητες, άλλοτε μεταμορφωμένες και άλλοτε αμεταμόρφωτες. Επομένως, δεν υπάρχουν ανθρακικά πετρώματα προερχόμενα από την Αφρικανική Πλάκα. 

Στο θέμα της μεταμόρφωσης των πετρωμάτων της Αφρικανικής Πλάκας θα επανέλθουμε σε επόμενη παράγραφο, διότι είναι πολύ σημαντικό.  


2.4. Χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Πλάκας. 

Στην Ελλάδα αφθονούν επίσης οι εμφανίσεις ανθρακικών πετρωμάτων (ασβεστόλιθοι και μάρμαρα), καθώς και όξινων πυριγενών και μεταμορφωμένων πετρωμάτων (γρανίτες, γνεύσιοι). Η προέλευση αυτών των πετρωμάτων πρέπει να αναζητηθεί σε χώρους με χαρακτηριστικά ηπειρωτικής πλάκας.

Όσον αφορά τους ασβεστόλιθους, είναι γνωστό, ότι αυτοί είναι θαλάσσια ιζήματα που σχηματίζονται σε μικρά βάθη, συνήθως 200 - 500 m και σπανιότατα μέχρι 3000 - 4000 m. Σε μεγαλύτερα βάθη, λόγω της υψηλής διαλυτότητας του ασβεστίτη στο θαλάσσιο νερό, δεν δημιουργείται ασβεστολιθική ιζηματογένεση.  Αυτό μας υποχρεώνει να δεχθούμε, ότι οι ασβεστόλιθοι των Άλπεων δεν δημιουργήθηκαν στο κέντρο του ωκεανού της Τηθύος, όπως υπέθεσε, αρχικά, ο Suess, αλλά σε μια υφαλοκρηπίδα που είχε σχηματισθεί στα περιθώρια μιας γειτονικής ηπείρου, η οποία βρισκόταν βορειότερα και προφανώς αντιστοιχούσε στην Ευρωπαϊκή Πλάκα. 

Όσον αφορά τα μάρμαρα, αυτά προέρχονται από ασβεστόλιθους, που σχηματίσθηκαν με την διαδικασία, που αναφέρθηκε πιο πάνω, όμως, φαίνεται, ότι σε ένα μεταγενέστερο στάδιο τα πετρώματα αυτά ανακρυσταλλώθηκαν διότι βρέθηκαν σε ένα περιβάλλον υψηλότερων θερμοκρασιών. Οπωσδήποτε, η μεταμόρφωση αυτή έγινε στις παρυφές της Ευρωπαϊκής Πλάκας, πριν από το Μειόκαινο. 

Όσον αφορά τα όξινα πυριγενή ή μεταμορφωμένα πετρώματα (γρανίτες, γνεύσιοι), πρέπει και αυτά να θεωρηθούν ξένα προς την θάλασσα της Τηθύος και η προέλευση τους πρέπει να αναζητηθεί, επίσης, στην Ευρωπαϊκή Πλάκα. Είναι πιθανόν τα πετρώματα αυτά να αποτελούσαν το υπόβαθρο των περιφερειακών θαλασσίων λεκανών της Ευρωπαϊκής Πλάκας, επί των οποίων έγινε η μεσοζωική ασβεστολιθική ιζηματογένεση.

Κατά γενικό κανόνα, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές παρατηρήσεις, τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας βρίσκονται πάντοτε επωθημένα, άλλοτε επί των πετρωμάτων της Αφρικανικής Πλάκας και άλλοτε επί των πετρωμάτων της Μολασσικής ενότητας, που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πλάκες.


2.5.  Χαρακτηριστικά της Μολάσσας.

Στην Ελλάδα, οι νεογενείς μολασσικοί σχηματισμοί αφθονούν και περιλαμβάνουν μάργες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή, γύψους και υφαλογενείς ασβεστόλιθους, δηλαδή σχηματισμούς με μεγάλη λιθολογική ποικιλία. Η μολάσσα έχει τα εξής σημαντικά στρωματογραφικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά, που μας επιτρέπουν την υπαγωγή της σε μια ορισμένη παλαιογεωγραφική θέση:  

α) Τα νεογενή μολασσικά ιζήματα είναι πάντοτε επικλυσιγενή επί των πετρωμάτων της Αφρικανικής Ενότητας (οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης).

β) Ουδέποτε παρατηρείται επίκλυση μολασσικών νεογενών σχηματισμών επί πετρωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενότητας (μεσοζωικών ασβεστόλιθων, γρανιτών, γνευσίων και μαρμάρων).

γ) Πάντοτε, τα πετρώματα της Ευρωπαϊκής Ενότητας είναι επωθημένα επί της μολάσσας. 


Από τον συνδυασμό των τριών προηγουμένων παρατηρήσεων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο χώρος απόθεσης της Μολάσσας ήταν μια αβαθής θάλασσα, η οποία δημιουργήθηκε επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, στο βόρειο τμήμα της Τηθύος και πολύ κοντά στην Ευρωπαϊκή Πλάκα, που επρόκειτο να κινηθεί, αργότερα, προς τα Νότια.

Δηλαδή, κατά την διάρκεια του Παλαιογενούς και πριν από την έναρξη της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας, η Αφρικανική Πλάκα ήδη είχε χερσεύσει, για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να πτυχωθεί.  Η συνεχής διάβρωση της χέρσου είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια μεγάλη επίπεδη πλατφόρμα, σχεδόν οριζόντια, περίπου στο υψόμετρο της θάλασσας.

Με την διαδικασία αυτή, οι οφιόλιθοι και τα άλλα πετρώματα, που κάλυπταν προηγουμένως τον πυθμένα της Τηθύος, βρέθηκαν να υφίστανται την συνεχή ατμοσφαιρική εξαλλοίωση και διάβρωση με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε λατερίτες. Έτσι, δημιουργήθηκαν τα βωξιτικά και σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα, που παρέμειναν συσσωρευμένα στην επιφάνεια της Αφρικανικής Πλάκας. Η συσσώρευση διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι η πλατφόρμα ήταν σχεδόν οριζόντια και τα λατεριτικά προϊόντα δεν μπορούσαν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις και να εξαφανισθούν. Τα κοιτάσματα αυτά καλύφθηκαν αργότερα από την Μολάσσα και τους επωθούμενους ασβεστόλιθους της Ευρωπαϊκής Πλάκας και κατάφεραν να διασωθούν από την διάβρωση, μέχρι σήμερα.

Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Πλάκα, αυτή φαίνεται ότι αναδύθηκε κατά την διάρκεια του Παλαιογενούς, οπότε και διακόπηκε η ασβεστολιθική ιζηματογένεσή της. Με την έναρξη του Νεογενούς, αποκολλήθηκε από την βάση της και άρχισε να προωθείται και να γλιστρά επί της Αφρικανικής Πλάκας, που βρισκόταν νοτιότερα.

Η μετακίνηση αυτή προκάλεσε έντονη διάβρωση και αποσάθρωση του μετώπου της Ευρωπαϊκής Πλάκας και παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων θρυμματισμένων υλικών, που προέρχονταν, τόσο από τους ασβεστόλιθους (και τα άλλα πετρώματα της επωθούμενης πλάκας), όσο και από τα οφιολιθικά - σχιστολιθικά πετρώματα του υποβάθρου, δηλαδή της Αφρικανικής Πλάκας.

Προωθούμενη προς τα Νότια, η Ευρωπαϊκή Πλάκα, συνεχώς καταπλάκωνε τα παραγόμενα μολασσικά ιζήματα και συνεχώς δημιουργούσε νέα, στο μέτωπο της επωθήσεως. Έτσι, δημιουργήθηκαν νέα μείγματα πολυγενών ιζημάτων, τα οποία, αφού επαναδιατάχθηκαν ως νέα ιζήματα στον αβαθή πυθμένα της θάλασσας, αποτέλεσαν το κύριο περιεχόμενο της μειοκαινικής μολάσσας (ασβεστολιθικές, σχιστολιθικές, οφιολιθικές κροκάλες, λατύπες, ψαμμίτες, μάργες, γύψοι κλπ.).


2.6. Ιδιαίτερες επισημάνσεις όσον αφορά τις Πλάκες και την Μολάσσα.

Στο σημείο αυτό, οφείλω να επισημάνω μερικές παλαιότερες θεωρίες, οι οποίες δεν φαίνεται να ισχύουν πλέον:

α) Ο φλύσχης δεν είναι ένα ίζημα που αποτέθηκε επάνω από τους ασβεστόλιθους, όπως υποστηρίχθηκε στα πλαίσια της ορογενετικής θεωρίας των Γεωσυγκλίνων. Η κανονική (ιζηματογενής) συνύπαρξη μεσοζωικών ασβεστόλιθων και φλύσχη είναι αδύνατη, διότι ο φλύσχης είναι ωκεάνιος σχηματισμός πολύ μεγάλου βάθους, ενώ οι ασβεστόλιθοι είναι πέτρωμα της υφαλοκρηπίδας. Τα δύο πετρώματα σχηματίσθηκαν σε τεράστιες αποστάσεις μεταξύ τους και πιθανότατα σε πολύ διαφορετικές εποχές. Στην Ελλάδα, μόνον ολίγον πριν από την γενική πτύχωση, κατά το Μειόκαινο - Πλειόκαινο, ήρθαν σε τεκτονική επαφή μεταξύ τους αυτά τα δύο πετρώματα και μάλιστα οι ασβεστόλιθοι επωθήθηκαν επάνω στον φλύσχη. Ότι ισχύει για τον φλύσχη, ισχύει και για τα υπόλοιπα ωκεάνιας προέλευσης πετρώματα, τους περιδοτίτες, οφιόλιθους και σχιστοκερατόλιθους. Δηλαδή, δεν υπάρχει γενετική συγγένεια αυτών των πετρωμάτων με τα ανθρακικά πετρώματα.

β) Οι νεογενείς μολασσικοί σχηματισμοί αποτέθηκαν (κανονικά ή τεκτονικά) επάνω στην Αφρικανική Πλάκα, λίγο πριν ή κατά την διάρκεια της πτύχωσης - ορογένεσης. Δηλαδή, έχουμε απόθεση μολάσσας (νεογενών μαργών και κροκαλοπαγών γενικότερα), μόνο επάνω στο οφιολιθικό - σχιστοκερατολιθικό σύμπλεγμα. Εξ άλλου, επισημαίνουμε, ότι κανονική γεωγραφική και γενετική συνύπαρξη μεσοζωικών ασβεστόλιθων και μολάσσας ήταν αδύνατη, διότι η μολάσσα ήταν σχηματισμός της Αφρικανικής Πλάκας, ενώ οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ευρωπαϊκής. Άρα, κατά την εποχή του σχηματισμού τους, μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι και μολάσσα βρίσκονταν σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, μεταξύ τους. Μόνον κατά την διάρκεια του Νεογενούς (Μειόκαινο) ήρθαν σε τεκτονική επαφή μεταξύ τους αυτά τα δύο πετρώματα, και σήμερα μάλιστα παρατηρούμε, ότι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι (και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άλλα γνευσιακά πετρώματα) βρίσκονται, πάντοτε, επωθημένοι επί της μολάσσας.

γ) Η διάκριση των μεσοζωικών ασβεστόλιθων σε ζώνες (γεωτεκτονικές), σύμφωνα με το παλαιοντολογικό περιεχόμενό τους, που επιχειρήθηκε παλαιότερα, δεν έχει πλέον σήμερα ουσιώδες νόημα, από τεκτονικής απόψεως. Από τις "στρωματογραφικές στήλες" των ζωνών, που αναφέρονται στα κλασικά εγχειρίδια γεωλογίας της Ελλάδας, θα πρέπει να αφαιρεθούν οι οφιολιθικοί, σχιστοκερατολιθικοί και φλυσχικοί σχηματισμοί και να τοποθετηθούν στο υπόβαθρο, που αντιστοιχεί στην Αφρικανική Πλάκα. Αντίθετα, όλοι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι των (πρώην) ζωνών Ιονίου, Γαβρόβου, Πίνδου, Παρνασσού, Υποπελαγονικής, Πελαγονικής κλπ., πρέπει να τοποθετηθούν στην κορυφή των στρωματογραφικών στηλών, διότι αφού σχηματίσθηκαν σε περιφερειακές λεκάνες της Ευρωπαϊκής Πλάκας, σε συνθήκες σχετικής τεκτονικής ηρεμίας, από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο, μετά, επωθήθηκαν επί της Αφρικανικής Πλάκας. Πιθανότατα, η έναρξη της προσέγγισης Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής Πλάκας, διέκοψε την ασβεστολιθική ιζηματογένεση, μετά το Ηώκαινο. Επομένως, είναι καλύτερα να αποκαλούμε σήμερα τα διάφορα είδη ασβεστόλιθων ως "τεκτονικές ενότητες" και όχι ως "γεωτεκτονικές ζώνες".

δ) Σήμερα, οι διάφορες ασβεστολιθικές ενότητες σχηματίζουν ένα μωσαϊκό τεκτονικών τεμαχών, που είναι επωθημένα επί της Αφρικανικής Πλάκας, χωρίς να επικαλύπτονται μεταξύ τους. Συχνά παρατηρείται ότι δεν υπάρχει ορισμένη γεωγραφική διανομή τους. Π.χ. στην Πελοπόννησο, οι ενότητες Γαβρόβου, Πίνδου και Τρίπολης έχουν ακανόνιστη οριζόντια διανομή, δηλαδή η ενότητα Τρίπολης βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου, ενώ η ενότητα Πίνδου εμφανίζεται τόσο στην Ανατολική όσο και στην Δυτική Πελοπόννησο. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στα όρη Βαρδούσια και Κόζιακας, όπου οι λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθοι της ενότητας της Πίνδου βρίσκονται επωθημένοι επί φλύσχου ή οφιολίθων, αλλά εκτός της κύριας γεωγραφικής περιοχής της Πίνδου. Επίσης, μερικές εμφανίσεις ασβεστόλιθων της Πίνδου φθάνουν μέχρι τον Δομοκό, το όρος Οίτη, τα Κύθηρα και την Κρήτη, όπου εναλλάσσονται οριζοντίως με ασβεστόλιθους της ενότητας της Τρίπολης.

ε) Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με τους μεταμορφωμένους ασβεστόλιθους της ενότητας της Ίδης (Plattenkalk). Εμφανίζονται σε τεμάχη εναλλασσόμενα οριζοντίως με τεμάχη της ενότητας της Τρίπολης, τόσο στην Κρήτη, όσο και στο όρος Πάρνων.

ζ) Το πραγματικό πάχος των ασβεστολιθικών τεμαχών είναι συνήθως 200 - 300 μ. και σπανίως υπερβαίνει τα 500 μ. Συχνά όμως το φαινόμενο κατακόρυφο πάχος εμφανίζεται να είναι μεγαλύτερο, λόγω των πτυχώσεων που δημιουργήθηκαν, αργότερα, κατά την φάση της ορογένεσης.

στ) Είναι σύνηθες το φαινόμενο μεταξύ των διαφόρων ασβεστολιθικών τεμαχών, που συνθέτουν το μωσαϊκό των επωθημένων ασβεστόλιθων της Ευρωπαϊκής Πλάκας, να υπάρχουν και περιοχές, όπου τα ασβεστολιθικά τεμάχη δεν εφάπτονται μεταξύ τους. Τότε, μεταξύ των ασβεστολιθικών τεμαχών, εμφανίζεται, με την μορφή τεκτονικού παραθύρου, το υπόβαθρο, που ανήκει, όπως είναι φυσικό,  στην Αφρικανική Πλάκα. Τα πετρώματα του υποβάθρου είναι συνήθως φλύσχης, σχιστοκερατόλιθοι και οφιόλιθοι. Τα τεκτονικά αυτά παράθυρα εξαπλώνονται σε ολόκληρη της Ελλάδα και μας επιτρέπουν να παρατηρήσουμε τις οριζόντιες λιθολογικές διαφοροποιήσεις της Αφρικανικής Πλάκας. Από την εξέταση αυτή, προέκυψαν τα εξής συμπεράσματα: α) Η Αφρικανική Πλάκα σχηματίζει το υπόβαθρο ολόκληρης της Ελλάδας και πιθανότατα προεκτείνεται και στις γειτονικές χώρες. β) Τα πετρώματα της Αφρικανικής Πλάκας παρουσιάζουν ποικίλους βαθμούς μεταμόρφωσης, που αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. Η μεταμόρφωση αυτή δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει την υπερκείμενη μολάσσα ή τους μεσοζωικούς ασβεστόλιθους. Αυτό σημαίνει ότι είναι προ-νεογενής.


2.7. Γενική κατακόρυφη στρωματογραφική και γεωτεκτονική ακολουθία.

Στο παρακάτω σχήμα παρατίθεται η Γενική Κατακόρυφη Στρωματογραφική - Γεωτεκτονική Ακολουθία, που ισχύει για ολόκληρο τον Ελληνικό Χώρο.




Ευρωπαϊκή Πλάκα
Ασβεστόλιθοι
Μάρμαρα και
Σιπολίνες
Γνεύσιοι
Γρανίτες


Μολάσσα
Καρνεόλες
Κροκαλοπαγή
Λατυποπαγή
Ψαμμίτες
Γύψοι
Μάργες


Αφρικανική Πλάκα
Φλύσχης
Φυλλίτες και
Σχιστόλιθοι
Σχιστοκερατόλιθοι
Ηφαιστειοϊζηματογενή
Οφιόλιθοι
Περιδοτίτες

Σχήμα 1. Γενική Στρωματογραφική - Γεωτεκτονική Στήλη της Ελλάδας και
διάταξη των Τεκτονικών Πλακών.


Η Γενική Στρωματογραφική Στήλη δείχνει τον πετρολογικό χαρακτήρα των πλακών Ευρώπης και Αφρικής, καθώς και της Μολάσσας. Στο σχήμα δεν φαίνεται το πραγματικό πάχος των στρωμάτων.

Η κατακόρυφη διαδοχή των στρωμάτων είναι η Θεωρητική, δηλαδή αυτή που αναμένεται στο ύπαιθρο σε ιδανικές συνθήκες, όταν δεν λείπουν κάποιοι στρωματογραφικοί ορίζοντες από την στήλη. Η πλέον πλήρης στρωματογραφική στήλη παρατηρείται στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, δηλαδή στην κλασσική Υποπελαγονική Ζώνη, όπου εμφανίζονται αρκετοί σχηματισμοί και από τις τρεις μεγάλες ενότητες (Μολάσσα, Ευρωπαϊκή και Αφρικανική Πλάκα).

Στην πραγματικότητα, σήμερα στο ύπαιθρο, είναι δυνατόν κάποιοι στρωματογραφικοί ορίζοντες να λείπουν, για τρεις κυρίως λόγους.

1) Ο πρώτος λόγος είναι η τεκτονική διάβρωση, που προκλήθηκε κατά τη επώθηση της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής, οπότε λόγω της τριβής, καταστράφηκαν (μυλονιτιώθηκαν) τα κατώτερα τμήματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας, καθώς και τα ανώτερα στρώματα της υποκείμενης Μολάσσας ή Αφρικανικής Πλάκας. Τέτοιο παράδειγμα παρατηρείται στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  όπου οι νηριτικοί ασβεστόλιθοι του καλύμματος της Ευρωπαϊκής Πλάκας βρίσκονται επωθημένοι άλλοτε επί της Μολάσσας και άλλοτε επί της Σχιστοκερατολιθικής διάπλασης με οφιόλιθους. Γενικά, λόγω της τεκτονικής διάβρωσης, το στρώμα της Μολάσσας μπορεί να λείπει εντελώς ή το πάχος του να μεταβάλλεται αισθητά από θέση σε θέση. 

2) Ο δεύτερος λόγος είναι η ατμοσφαιρική - επιφανειακή διάβρωση, που έλαβε χώρα μετά την ανάδυση των οροσειρών, κατά το Ανώτερο Πλειόκαινο. Τέτοιο παράδειγμα είναι η Βόρεια Πίνδος, όπου, σε μεγάλα τμήματά της, όλοι οι στρωματογραφικοί ορίζοντες επάνω από τον φλύσχη και τους οφιόλιθους έχουν διαβρωθεί. Πρόκειται συνήθως για τους μολασσικούς σχηματισμούς και τους μεσοζωικούς ασβεστόλιθους.

3) Ο τρίτος λόγος αφορά τα κατώτερα στρώματα της Μολάσσας. Οι θαλάσσιες μάργες, που συνήθως βρίσκονται στην βάση του Νεογενούς, είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιοχές, να λείπουν, διότι η επίκλυση του Νεογενούς καθυστέρησε ή απουσίαζαν την εποχή εκείνη οι κατάλληλες παλαιογεωγραφικές συνθήκες. Στις περιπτώσεις αυτές η επίκλυση του Νεογενούς επί της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης ή των οφιολίθων αρχίζει με μέσω-μειοκαινικά κροκαλοπαγή.   


3. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΡΟΓΕΝΕΣΗΣ.

3.1 Τεκτογένεση και Ορογένεση.

Μπορούμε τώρα να περιγράψουμε αναλυτικότερα τις δύο φάσεις ή στάδια της ορογένεσης, προσθέτοντας ότι το ζεύγος αυτό των φάσεων συγκροτεί το σύνολο της Αλπικής Ορογένεσης για την περιοχή της Ελλάδας και ιδιαίτερα για το λεγόμενο Διναροταυρικό Τόξο.

Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το παρακάτω σχήμα ισχύει για ολόκληρο σχεδόν τον χώρο της Μεσογείου και πιθανώς εκτείνεται μέχρι τα Ιμαλάια. Υπενθυμίζω, σχετικώς, ότι η ορογένεση στα Ιμαλάια είναι επίσης μειοκαινικής ηλικίας, όπως και της Ελλάδας, και ότι οφείλεται στην ολίσθηση ή υποβύθιση της Ινδικής Πλάκας κάτω από την Ευρασιατική Πλάκα. Δηλαδή, ο μηχανισμός είναι παρόμοιος με αυτόν που περιγράφω παρακάτω και ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας.


3.2. Τεκτογένεση. Επώθηση της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.

Η Αφρικανική Πλάκα συμπαρασύροντας τον ωκεανό της Τηθύος κινήθηκε προς Βορρά, ενώ η Ευρωπαϊκή πλάκα συμπαρασύροντας την ασβεστολιθική υφαλοκρηπίδα της κινήθηκε προς Νότο. Το αποτέλεσμα ήταν να επωθηθεί η Ευρωπαϊκή Πλάκα επάνω στην ωκεάνια της Τηθύος. Η επώθηση έγινε ομαλά, δηλαδή χωρίς να υπάρξουν έντονες παραμορφώσεις και πτυχώσεις του καλύμματος ή του υποβάθρου. Σε αυτό συνετέλεσε η συμπαγής υφή των ασβεστόλιθων, μαρμάρων, γνευσίων και γρανιτών της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθώς και το γεγονός ότι ο πυθμένας της Τηθύος ήταν σχεδόν επίπεδος. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η προώθηση του ευρωπαϊκού καλύμματος επάνω στο αφρικανικό τμήμα της Τηθύος ξεπέρασε σε μήκος τα 1000 χλμ. (από Βορρά προς Νότο). Φυσικά, αντιστρέφοντας την παραπάνω λογική, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι το φαινόμενο αντιστοιχεί σε μια οριζόντια υποβύθιση (subduction) του αφρικανικού τμήματος της Τηθύος κάτω από την ευρωπαϊκή πλάκα.

Κατά την επώθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της πλάκας της Τηθύος δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο πλακών ένας μυλονίτης, που αντιστοιχεί στην μολάσσα. Είναι γνωστό ότι η μολάσσα στην Ελλάδα έχει νεογενή ηλικία (κυρίως μειοκαινική). Επομένως μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι οι μεγάλες αυτές επωθήσεις ή οριζόντιες μετακινήσεις έγιναν κατά το Μειόκαινο.


3.3. Ορογένεση. Ταυτόχρονη πτύχωση των δύο Πλακών.

Μετά το Μειόκαινο και πιθανότατα κατά το Κάτω Πλειόκαινο, φαίνεται ότι η Πλάκα της Τηθύος, κατά την διείσδυσή της κάτω από την Ευρωπαϊκή Πλάκα, συνάντησε μεγάλη αντίσταση και δεν μπορούσε να προχωρήσει πλέον. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πτυχωθεί η Πλάκα της Τηθύος συμπαρασύροντας στην πτύχωση αυτή και την υπερκείμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα, καθώς και το μεταξύ των δύο πλακών - κατά την κατακόρυφη έννοια - ευρισκόμενο στρώμα της μολάσσας. Δηλαδή, ουσιαστικά πτυχώθηκε ολόκληρος ο στερεός φλοιός της Γης. Με τον τρόπο αυτόν σχηματίσθηκαν τεράστια αντίκλινα, τα οποία σήμερα αντιστοιχούν στα μεγάλα βουνά της Ελλάδας, ενώ παρέμειναν και μερικές απτύχωτες περιοχές, που αντιστοιχούν στις μεγάλες πεδιάδες.

Σήμερα, η προσέγγιση Ευρωπαϊκής και Αφρικανικής πλάκας συνεχίζεται. Το νότιο χείλος της Ευρωπαϊκής πλάκας συμπίπτει με το γνωστό Διναροταυρικό Τόξο, το οποίο χαρακτηρίζεται, ειδικότερα, από την άφθονη παρουσία των ανθρακικών πετρωμάτων, που αποτελούσαν, πριν την ορογένεση, την ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της Ευρωπαϊκής Πλάκας. 


3.4. Περιγραφή των κυριότερων ορογενετικών φαινομένων.

Παρακάτω, έχουμε μια αναλυτικότερη εικόνα της σειράς των ορογενετικών φαινομένων που συνέβησαν στην Ελλάδα, από το Μειόκαινο μέχρι σήμερα.

1) Η ορογένεση στην Ελλάδα, προκλήθηκε από την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής με την Αφρικανική λιθοσφαιρική πλάκα. Η προσέγγιση αυτή τοποθετείται χρονολογικά στο Μειόκαινο.

2) Η Ευρωπαϊκή πλάκα είχε ηπειρωτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή αποτελείτο, κυρίως, από πετρώματα πυριγενή και μεταμορφωμένα (γρανίτες, γνεύσιους και μάρμαρα) και από ιζήματα μικρού θαλασσίου βάθους (ασβεστόλιθους). Οι ασβεστόλιθοι είχαν σχηματισθεί σε περιφερειακές θάλασσες της Ευρωπαϊκής Πλάκας, δηλαδή στην ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα της. Φαίνεται, ότι οι θάλασσες αυτές είχαν παραμείνει, από τεκτονικής απόψεως, ήρεμες, επί εκατομμύρια χρόνια, και για τον λόγο αυτόν δημιουργήθηκαν ανθρακικά ιζήματα, που κάλυπταν μεγάλη χρονική περίοδο, από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο. Ο πυθμένας αυτών των περιφερειακών λεκανών (επί του οποίου έγινε η ιζηματογένεση των ασβεστόλιθων με κανονική επίκλυση) αποτελείτο κυρίως από παλαιά πετρώματα ηπειρωτικής προέλευσης (γρανίτες και γνεύσιους).

3) Η Αφρικανική πλάκα, στο βόρειο τμήμα της, είχε ωκεάνια χαρακτηριστικά, δηλαδή περιελάμβανε τον αρχαίο ωκεανό της Τηθύος. Από λιθολογικής απόψεως,  περιελάμβανε διάφορα εκρηξιγενή και ιζηματογενή πετρώματα, που χαρακτηρίζουν έναν ωκεάνιο πυθμένα, δηλαδή περιδοτίτες, οφιόλιθους, σχιστοκερατόλιθους και αργιλοπυριτικά ιζήματα βαθιάς θάλασσας, όπως είναι ο φλύσχης. 

4) Στο αρχικό στάδιο της προσέγγισης των δύο πλακών, δεν υπήρξε μετωπική σύγκρουση και παραμόρφωση των περιθωρίων των δύο πλακών. Αντίθετα, η αφρικανική πλάκα εισχώρησε ομαλά και σχεδόν οριζόντια, κάτω από την ευρωπαϊκή πλάκα. Κατά αντίστροφη έννοια, μπορούμε να πούμε, ότι η ευρωπαϊκή πλάκα επωθήθηκε επί της αφρικανικής, κινούμενη από Βορρά προς Νότο.

5) Κατά την ολίσθηση της μιας πλάκας επί της άλλης, λόγω της τριβής, διαβρώθηκαν τεκτονικώς και καταστράφηκαν τα ανώτερα στρώματα της αφρικανικής πλάκας και, αντίστοιχα, τα κατώτερα στρώματα της ευρωπαϊκής. Έτσι, σήμερα, εάν θέλουμε να καθορίσουμε λεπτομερέστερα την στρωματογραφία των δύο πλακών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι τα ανώτερα στρώματα της αφρικανικής πλάκας και τα κατώτερα στρώματα της ευρωπαϊκής μπορεί να έχουν διαβρωθεί (τεκτονικώς) και να μην εμφανίζονται στο ύπαιθρο, ανάλογα με την περιοχή.

6) Η καταστροφή των στρωμάτων των δύο πλακών, που προκλήθηκε από την τεκτονική διάβρωση, είναι ανάλογη των αποστάσεων που διάνυσαν τα στρώματα και αντιστρόφως ανάλογη της μηχανικής αντοχής των πετρωμάτων. Έτσι, στο χείλος του Διναροταυρικού Τόξου (Δυτική Ελλάδα και Κρήτη) δεν κατόρθωσαν να φθάσουν τα βαθύτερα στρώματα της Ευρωπαϊκής Πλάκας, που αποτελούνταν από γρανίτες και γνεύσιους. Αντίθετα, τα στρώματα αυτά διατηρήθηκαν πιο ανατολικά, στην Θράκη και το Αιγαίο.   

7) Λόγω της τεκτονικής διάβρωσης, η επώθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της αφρικανικής συνοδεύθηκε από τον σχηματισμό ενός στρώματος λατυποπαγούς επωθήσεως (μυλονίτης), που παρεμβλήθηκε μεταξύ της ανώτερης (ευρωπαϊκής) και της κατώτερης (αφρικανικής) πλάκας. Αυτό το τεκτονικό λατυποπαγές είναι η μολάσσα,  η οποία στην Ελλάδα, έχει ηλικία κυρίως άνω-μειοκαινική και, πιθανώς, κάτω-πλειοκαινική. Από την ηλικία της μολάσσας τεκμαίρεται και η ηλικία της επώθησης της Ευρωπαϊκής Πλάκας επί της Αφρικανικής.

8) Στο μέτωπο της Ευρωπαϊκής Πλάκας, κατά την επώθησή της επί της Αφρικανικής, συσσωρεύθηκαν τεράστιες ποσότητες μολάσσας, σχηματιζόμενης από ογκόλιθους ασβεστολιθικών πετρωμάτων και άλλα λατυποπαγή - κροκαλοπαγή με μεγάλο πάχος. Τα πετρώματα αυτά ονομάζονται Καρνεόλες και παρατηρούνται συστηματικά στα Ιόνια νησιά και την Κρήτη.

9) Κατά την διάρκεια των επωθήσεων, τα γεωλογικά στρώματα που συγκροτούσαν τις δύο πλάκες, υποβλήθηκαν σε τεράστιες συμπιεστικές οριζόντιες τάσεις. Γενικώς, όμως, επέδειξαν μιαν αξιόλογη ακαμψία και δεν πτυχώθηκαν. Υπάρχουν, όμως, και εξαιρέσεις, όπως είναι οι πελαγικοί ασβεστόλιθοι της ενότητας της Πίνδου (ανήκουν στην ευρωπαϊκή πλάκα) και τα ανώτερα τμήματα του φλύσχη (ανήκει στην αφρικανική πλάκα). Οι σχηματισμοί αυτοί ήταν λεπτοστρωματώδεις και εύκαμπτοι, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να πτυχωθούν, ενώ συγχρόνως μετακινούνταν κατά την οριζόντια έννοια, ακολουθώντας την γενικότερη πορεία των υπολοίπων σχηματισμών των δύο πλακών.

10) Κατά την διάρκεια της αμοιβαίας ολίσθησης των δύο πλακών, υπήρξε κατακερματισμός των πετρογραφικών οριζόντων ή ενοτήτων της κάθε πλάκας. Τα τεμάχη, που δημιουργήθηκαν από τον κερματισμό, υπό την επίδραση των πλευρικών τάσεων, εξακολούθησαν να μετακινούνται, ωθούμενα μεταξύ τους, κατά την οριζόντια, πάντοτε, έννοια. Δεν σημειώθηκαν, στο εσωτερικό της κάθε πλάκας, εφιππεύσεις ή επωθήσεις, π.χ. ενός πετρογραφικού ορίζοντα επί άλλων γειτονικών του.

11) Στην σύγχρονη γεωλογική ορολογία, τα τεμάχη που δημιουργήθηκαν από τον κατακερματισμό μεγάλων τεκτονικών πλακών ονομάζονται Τεκτονοστρωματογραφικά Πεδία (Tectonostratigraphic Terranes) και αντιστοιχούν σε τεμάχη που αποσπώνται από μια λιθοσφαιρική πλάκα και προσκολλώνται στο περιθώριο μιας άλλης. Όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας, το φαινόμενο αυτό  δεν ισχύει. Εδώ έχουμε έναν τεκτονικό κατακερματισμό, ο οποίος συμβαίνει ξεχωριστά σε κάθε πλάκα, την Αφρικανική ή την Ευρωπαϊκή, λόγω των πλευρικών ωθήσεων που υπέστησαν. Μάλιστα ο κατακερματισμός αυτός  είναι πιο εμφανής στην υπερκείμενη Ευρωπαϊκή Πλάκα, όπου τα τεμάχη, σήμερα, είναι δυνατόν να μην εφάπτονται, πλέον, μεταξύ τους. Τότε, μεταξύ των τεμαχών, ξεπροβάλλει από κάτω (με την μορφή τεκτονικού παραθύρου) το υπόβαθρο, που αποτελείται από την μολάσσα ή και από ακόμη βαθύτερα στρώματα, όπως είναι ο φλύσχης και οι οφιόλιθοι της Αφρικανικής Πλάκας.

12) Κατά το τέλος Μειοκαίνου (Μεσσήνιο) - αρχές Πλειοκαίνου, η κατάσταση αλλάζει άρδην. Λόγω κάποιου αιτίου, που μας παραμένει άγνωστο, η ολίσθηση της ευρωπαϊκής πλάκας επί της αφρικανικής εμποδίζεται και σταματά. Όμως η συσσώρευση πλευρικών τάσεων, λόγω της αντίθετης φοράς κίνησης ευρωπαϊκής και αφρικανικής πλάκας, συνεχίζεται. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, τελικά, να υποχωρήσει και να πτυχωθεί το πλέον εύκαμπτο τμήμα της ζώνης που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πλάκες, δηλαδή η περιοχή της Τηθύος.

13) Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Το σύνολο των γεωλογικών σχηματισμών των δύο πλακών, που βρίσκονται επωθημένες η μία επί της άλλης, πτυχώνεται. Αυτή η διαδικασία χαρακτηρίζεται από τα εξής φαινόμενα:

14) Οι σχηματιζόμενες πτυχές είναι μόνο αντίκλινα, δηλαδή υπάρχουν μόνο ανυψώσεις του φλοιού και δεν δημιουργούνται βυθίσματα ή σύγκλινα. Η διαδικασία ομοιάζει με αυτήν ενός χαλιού, που πιέζεται πλευρικά. Μόνο αντίκλινα μπορούν να σχηματισθούν.

15) Κάθε αντίκλινο αντιστοιχεί και σε ένα όρος, όπως το παρατηρούμε σήμερα. Υπάρχουν μικρά και μεγάλα αντίκλινα. Στην Ελλάδα, π.χ., το μεγαλύτερο αντίκλινο είναι αυτό της Πίνδου (Σμόλικας). Ακολουθεί το αντίκλινο του Ολύμπου, που έχει μικρότερο όγκο, αλλά λίγο μεγαλύτερο ύψος (σήμερα). Στην γειτονική Τουρκία, μεγάλο αντίκλινο είναι, επίσης, το όρος Ταύρος, που αποτελεί την προς ανατολάς συνέχεια του ελληνικού ορογενούς, ή, γενικότερα, του λεγόμενου Διναροταυρικού Τόξου.

16) Μεταξύ των αντικλίνων (ορέων) παρεμβάλλονται και χαμηλές, πεδινές περιοχές. Οι περιοχές αυτές αντιστοιχούν σε ζώνες, οι οποίες δεν πτυχώθηκαν. Ίσως να πρόκειται για περιοχές, που ήταν ήδη αρκετά άκαμπτες και διέφυγαν από την πτύχωση.

17) Η πτύχωση και η δημιουργία των αντικλίνων είχε σαν αποτέλεσμα να ανυψωθούν σε μεγάλα υψόμετρα επάνω από την θάλασσα, τόσο τα πετρώματα της ευρωπαϊκής πλάκας (ασβεστόλιθοι, μάρμαρα, γνεύσιοι), όσο και τα πετρώματα της υποκείμενης αφρικανικής πλάκας (οφιόλιθοι, σχιστοκερατόλιθοι, φλύσχης).

18) Το ίδιο φαινόμενο συνέβη και με την μολάσσα, καθώς αυτή παρεμβαλλόταν μεταξύ ευρωπαϊκής και αφρικανικής πλάκας. Στην Ελλάδα έχουμε πολλά παραδείγματα μειοκαινικών μολασσικών σχηματισμών που βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο, σε ορεινές περιοχές. Η ύπαρξή τους σε αυτές τις θέσεις, επιβεβαιώνει ότι πρώτα έγινε η απόθεση της μολάσσας (Ανώτερο Μειόκαινο) και μετά ακολούθησε η πτύχωση και η ορογένεση (Κατώτερο - Μέσο Πλειόκαινο).


3.5. Συμπεράσματα

Τα φαινόμενα που περιέγραψα παραπάνω συγκροτούν την Νέα Ορογενετική Θεωρία, που αφορά την Ελλάδα και τον ευρύτερο μεσογειακό χώρο. Την θεωρία αυτή ονόμασα: Θεωρία της Επαλληλίας των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής (Theory of the Superposition of the Tectonic Plates of Europe and Africa).

Κατά την ευρύτερη έννοια, η νέα θεωρία αποτελεί συμπλήρωμα της Θεωρίας της Τεκτονικής των Λιθοσφαιρικών Πλακών (ή Παγκόσμιας Τεκτονικής, όπως ονομάζεται τα τελευταία χρόνια). Η θεωρία αυτή μέχρι σήμερα δεν προέβλεπε την περίπτωση κατά την οποία δύο λιθοσφαιρικές πλάκες επικαλύπτονται, επωθούμενες οριζοντίως και ομαλά η μία επί της άλλης.

Θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η νέα ορογενετική θεωρία, που προτείνω, είναι ενιαία και ισχύει για ολόκληρο τον ελληνικό χώρο. Αυτό σημαίνει ότι δεν ισχύει η υποδιαίρεση του Ελληνικού Χώρου σε Γεωτεκτονικές Ζώνες ή σε Τεκτονοστρωματογραφικά Πεδία (Terranes), που έχουν προταθεί από άλλους ερευνητές. Δηλαδή, σε όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές της Ελλάδας, οι παρατηρήσεις μου δείχνουν, ότι στην βάση της στρωματογραφικής στήλης βρίσκονται τα οφιολιθικά πετρώματα και τα αργιλοψαμμιτικά ωκεάνια ιζήματα (σχιστοκερατόλιθοι, φυλλίτες και φλύσχης). Ακολουθούν, προς τα επάνω, οι μολασσικοί σχηματισμοί. Τέλος, το σύνολο καλύπτεται από τους επωθημένους μεσοζωικούς  - ηωκαινικούς ασβεστόλιθους ή τα εντόνως μεταμορφωμένα πετρώματα ηπειρωτικής προέλευσης (μάρμαρα, γρανίτες, γνεύσιοι).

Επομένως, η Στρωματογραφία της Ελλάδας είναι πολύ απλή. Αντίθετα, η Τεκτονική είναι πιο πολύπλοκη και για να γίνει κατανοητή στο ύπαιθρο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας την ύπαρξη των δύο διαδοχικών ορογενετικών φάσεων, της τεκτογένεσης και της ορογένεσης (τελικής πτύχωσης).

Και πάλι, όμως, η Τεκτονική είναι ενιαία για ολόκληρο τον Ελληνικό Χώρο. Π.χ. η επώθηση των μεσοζωικών - ηωκαινικών ασβεστόλιθων επί της μολάσσας είναι φαινόμενο γενικό, παρατηρούμενο από την Κρήτη και την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία και την Θράκη.


4. ΣΤΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΩΝ ΟΦΙΟΛΙΘΩΝ.

4.1. Εισαγωγή - Γενικά.

Οι οφιόλιθοι και τα συνοδά τους ιζήματα, όπως τα χαρακτηρίζει ο Κατσικάτσος (1992), είναι οι βασικοί γεωλογικοί σχηματισμοί της Ελλάδας, με την έννοια ότι αποτελούν το υπόβαθρό της, και επάνω σε αυτούς έχουν αποτεθεί κανονικά ή έχουν επωθηθεί όλοι οι άλλοι σχηματισμοί. Αυτό είναι μια δική μου ανακάλυψη, που τεκμηριώθηκε σιγά - σιγά, με παρατηρήσεις υπαίθρου, μετά το 2000.

Παλαιότερες απόψεις υποστήριζαν, ότι οι ελληνικές οροσειρές δημιουργήθηκαν από την πτύχωση ενός γεωσυγκλίνου, που βρισκόταν στον χώρο της σημερινής Μεσογείου. Το γεωσύγκλινο αντιστοιχούσε σε μια αβαθή θάλασσα, που σχηματίσθηκε στο περιθώριο της Ευρωπαϊκής ηπείρου, από το Τριαδικό και μετά, και της οποίας ο πυθμένας αποτελείτο από παλαιότερα ιζήματα, παλαιοζωικής ηλικίας, που ονομάζονται συνήθως προαλπικά. Τα νεώτερα ιζήματα, που αποτέθηκαν μέσα στο γεωσύγκλινο, στο διάστημα από το Τριαδικό έως και το Παλαιογενές ονομάσθηκαν αλπικά, ενώ τα μεταγενέστερα ιζήματα του Νεογενούς ονομάσθηκαν και μεταλπικά.

Σύμφωνα με τις δικές μου απόψεις, στο περιθώριο της Ευρωπαϊκής ηπείρου (ή Ευρωπαϊκής πλάκας) δεν υπήρξε γεωσύγκλινο. Απλώς υπήρξε μια αβαθής θάλασσα, μέσα στην οποία έγινε ασβεστολιθική ιζηματογένεση, καθ' όλη την διάρκεια της περιόδου από το Τριαδικό μέχρι το Ηώκαινο, σε συνθήκες απόλυτης τεκτονικής ηρεμίας (απουσία ορογένεσης). Ο πυθμένας της θάλασσας αυτής αποτελείτο πιθανώς από παλαιά κρυσταλλοσχιστώδη και γρανιτικά πετρώματα.

Νοτίως του ευρωπαϊκού περιθωρίου, στον χώρο της σημερινής Μεσογείου, εκτεινόταν ένας μεγάλος ωκεανός, η Τηθύς θάλασσα, που αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της νοτιότερα ευρισκόμενης Αφρικανικής ηπείρου.

Πιθανώς η Τηθύς να δημιουργήθηκε από την διάσπαση της αρχέγονης ηπείρου Παγγαίας στις μικρότερες πλάκες Λαυρασίας και Γκοντβάνας και την εν συνεχεία απομάκρυνσή τους. Αυτό συνέβη κατά το Τριαδικό. Η Τηθύς εξαφανίσθηκε αργότερα, κατά την Αλπική Ορογένεση, όταν η Ευρωπαϊκή και η Αφρικανική πλάκα άρχισαν να προσεγγίζουν μεταξύ τους. Πιθανότατα, η σημερινή Μεσόγειος θάλασσα να αποτελεί υπόλειμμα της Τηθύος.

Όπως συμβαίνει και σήμερα στους μεγάλους ωκεανούς, στον πυθμένα της Τηθύος δημιουργήθηκαν προοδευτικά οι οφιόλιθοι, από την άνοδο βασαλτικού μάγματος, από το εσωτερικό της Γης. Στην συνέχεια, οι οφιόλιθοι καλύφθηκαν από αργιλοπυριτικά ιζήματα αβυσσικού περιβάλλοντος, που σχημάτισαν τα στρώματα των σχιστοκερατόλιθων, των φυλλιτών και του φλύσχη, δηλαδή τα συνοδά ιζήματα των οφιολίθων. Η διαδικασία αυτή διήρκεσε καθ' όλο το διάστημα από το Τριαδικό μέχρι το Νεογενές. Ανθρακικά ιζήματα δεν αποτέθηκαν μέσα στον ωκεανό. 

Επομένως, υπάρχει σαφής γεωγραφικός διαχωρισμός των περιοχών αρχικής δημιουργίας, μεταξύ των αργιλοπυριτικών και των ασβεστολιθικών σχηματισμών της Ελλάδας. Παλαιότερα, αυτό δεν ήταν σαφές, με αποτέλεσμα η Στρωματογραφία της Ελλάδας να καταστεί εξαιρετικά πολύπλοκη και δυσνόητη. 

Σημειώνω, ότι με βάση αυτήν την πολύπλοκη στρωματογραφία έχουν συνταχθεί όλοι οι γεωλογικοί χάρτες της Ελλάδας, που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα από το ΙΓΜΕ. Επειδή αυτοί οι χάρτες αποτελούν πολύτιμο στοιχείο για την γεωλογική έρευνα, θεωρώ χρήσιμο να συμπεριλάβω, εδώ, και τις αρχές της στρωματογραφίας επάνω στις οποίες βασίσθηκαν.

Παρακάτω, αφού κάνω μια γενική ανασκόπηση των παλαιοτέρων θεωριών προέλευσης των οφιόλίθων, προχωρώ στην παράθεση των δικών παρατηρήσεων υπαίθρου, καθώς και στην ερμηνεία τους.


Σημείωση:

Στο κείμενο, που ακολουθεί, συχνά κάνω αναφορές σε πετρώματα με την παλαιά και καθιερωμένη ονομασία τους, σε ζώνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ισχύει και σήμερα η οργάνωση του χώρου της Ελλάδας σε ζώνες, όπως είχε γίνει στο παρελθόν. Οι αναφορές μου αφορούν, συνήθως, τυπικές μορφές κάποιων σχηματισμών ή ειδικές  γεωγραφικές περιοχές. Έτσι, όταν αναφέρω π.χ. «ασβεστόλιθοι της ζώνης της Πίνδου», εννοώ το πέτρωμα, που λιθολογικώς και παλαιοντολογικώς αντιστοιχεί στους τυπικούς πελαγικούς λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθους της ενότητας της Πίνδου. Παρομοίως, όταν αναφέρω «οφιόλιθοι της ζώνης Αξιού» εννοώ τα οφιολιθικά πετρώματα, που γεωγραφικώς βρίσκονται στην περιοχή που καταλάμβανε, στο παρελθόν, η ζώνη του Αξιού.


4.2. Η θεωρία της συνιζηματογενούς προέλευσης των οφιολίθων.

Απόψεις για την προέλευση των οφιολίθων και γενικότερα του οφιολιθικού συμπλέγματος είχαν διατυπωθεί αρχικά από τον Gustav Steinmann, το 1927. Μάλιστα, ο Steinmann είχε ήδη αναγνωρίσει την συνύπαρξη πλουτώνιων πετρωμάτων (περιδοτιτών), ηφαιστειακών πετρωμάτων (διαβασών - σπιλιτών) και ιζηματογενών πετρωμάτων βαθιάς θάλασσας (σχιστοκερατόλιθων), μέσα στο οφιολιθικό σύμπλεγμα. Την συνύπαρξη αυτή την είχε ερμηνεύσει ως διαφοροποίηση των εκρηξιγενών πετρωμάτων που ανάβλυζαν στον πυθμένα των ωκεανών, κατά την διάρκεια της εξέλιξης των γεωσύγκλινων. Αυτή η ερμηνεία γρήγορα επεκράτησε και έμεινε γνωστή με το όνομα «Τρίπτυχο του Steinmann». Η άποψη περί Ιουρασικής ηλικίας των οφιόλιθων, μέσα στο σύστημα της Αλπικής Ορογένεσης, οφείλεται επίσης στον Steinmann.

Στην Ελλάδα, οι οφιόλιθοι είναι πετρώματα πολύ διαδεδομένα. Αρχικά, παρουσιάσθηκαν, από τον Renz, ως σχηματισμοί της Ζώνης Ανατολικής Ελλάδας με το όνομα Σχιστοκερατολιθική Διάπλαση με Οφιόλιθους, ιουρασικής ηλικίας. Επρόκειτο για βασικά και υπερβασικά πετρώματα αναμεμειγμένα με αργιλοπυριτικά ιζήματα πολύ βαθιάς θάλασσας, όπως αρχικά τα είχε περιγράψει και ο Steinmann.

Κατά τον Renz, το κύριο χαρακτηριστικό της Ζώνης Ανατολικής Ελλάδας ήταν η παρουσία μιας ασυνέχειας, της λεγόμενης Κρητιδικής Επίκλυσης, που μεσολαβούσε μεταξύ της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης και των υπερκείμενων αυτής Κρητιδικών ασβεστόλιθων.

Εκτός, όμως, από τους ιουρασικούς οφιόλιθους της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης, ο Renz επεσήμανε, ότι οφιόλιθοι υπήρχαν και μέσα στην λεγόμενη Περμοτριαδική Ακολουθία (Παλαιοζωικής ηλικίας), που σχηματίζει το υπόβαθρο της Ζώνης Ανατολικής Ελλάδας,  αλλά και μέσα στον Φλύσχη (Καινοζωικής ηλικίας) της ίδιας ζώνης. 

Αργότερα, ο Brunn εργαζόμενος στην Δυτική Μακεδονία και την Πίνδο θεώρησε ότι οι οφιόλιθοι αποτελούν σχηματισμούς της Πελαγονικής Ζώνης (που καθορίσθηκε από τον ίδιο). Διέκρινε δύο μεγάλες εμφανίσεις οφιολίθων, ανεξάρτητες μεταξύ τους. Τους οφιόλιθους της Δυτικής Μακεδονίας (όρος Βούρινος), που θεώρησε ως αυτόχθονες, και τους οφιόλιθους της Πίνδου (όρος Σμόλικας), που θεώρησε ότι είναι αλλόχθονες, επωθημένοι επάνω στον φλύσχη της Πίνδου.

Η κύρια διαφοροποίηση του Brunn, σε σχέση με τις θεωρίες Steinmann και Renz ήταν ότι μέσα στο οφιολιθικό σύμπλεγμα της Δυτικής Μακεδονίας δεν περιέλαβε τους σχιστοκερατόλιθους, που συνήθως συνοδεύουν τους οφιόλιθους. Πιθανότατα (όπως μπορώ να συμπεράνω σήμερα) θεώρησε τους σχιστοκερατόλιθους ως ανεξάρτητο κρυσταλλοσχιστώδες πέτρωμα, επειδή στην Μακεδονία οι σχιστοκερατόλιθοι είναι ελαφρώς μεταμορφωμένοι σε φυλλίτες.

Οι αυτόχθονες οφιόλιθοι του Βούρινου θεωρήθηκαν, αρχικά, ότι είναι ιουρασικής ηλικίας και ότι  προέρχονται από υποθαλάσσιες εκχύσεις μάγματος, που κάλυψαν τον βυθό ενός ωκεανού, επάνω στον οποίο είχαν ήδη αποτεθεί οι τριαδικοί ασβεστόλιθοι της Πελαγονικής Ζώνης. Όμως, οι τριαδικοί ασβεστόλιθοι της Πελαγονικής είναι μεταμορφωμένοι, ενώ οι οφιόλιθοι δεν είναι. Αυτό σημαίνει ότι οι ασβεστόλιθοι της Πελαγονικής θα έπρεπε να έχουν μεταμορφωθεί πριν από την «απόθεση» των οφιολίθων (πράγμα που δεν μπορούσε να εξηγηθεί) ή ότι υπάρχει κάποιο είδος ασυμφωνίας μεταξύ ασβεστόλιθων και οφιόλιθων, που δεν εντοπίσθηκε.

Αργότερα, ο Aubouin  τροποποίησε την θεωρία του Brunn και δημιούργησε μια νέα ζώνη, την Υποπελαγονική Ζώνη, που ήταν αμεταμόρφωτη και την  τοποθέτησε μεταξύ της μεταμορφωμένης Πελαγονικής Ζώνης και της αμεταμόρφωτης Ζώνης της Πίνδου. Η Υποπελαγονική ζώνη θεωρήθηκε ως η έδρα δημιουργίας των οφιολίθων.


4.3. Η θεωρία της τεκτονικής προέλευσης των οφιολίθων.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι παλαιοί ερευνητές, όπως οι Renz, Brunn και Aubouin, είχαν την άποψη ότι οι οφιόλιθοι σχηματίσθηκαν συγχρόνως με τα ιζηματογενή πετρώματα, μέσα στα γεωσύγκλινα.

Από την δεκαετία του 1970, με την επικράτηση της θεωρίας των Τεκτονικών Πλακών, το σκηνικό άλλαξε. Μεγάλη σημασία δόθηκε στην έρευνα των οφιολίθων και στην προέλευσή τους. Διευκρινίσθηκε, ότι γενετική συνύπαρξη οφιόλιθων και ανθρακικών πετρωμάτων δεν μπορούσε να υπάρξει και ότι όλοι οι οφιόλιθοι είναι αβυσσικής προέλευσης.

Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίχθηκε, ότι οι οφιόλιθοι αποτελούν, αρχικά, τμήματα του πυθμένα ενός ωκεανού, τα οποία, μεταγενέστερα, κατά το στάδιο μιας ορογένεσης, αναδύονται και επωθούνται επάνω στα ιζηματογενή πετρώματα γειτονικών ηπείρων.

Ο μηχανισμός αυτός ονομάσθηκε Obduction και προτάθηκε από τον Αμερικανό γεωλόγο Robert G. Coleman (1971).

Στην Δυτική Ελλάδα, η παραπάνω διαπίστωση δεν άλλαξε την γενική στρωματογραφία, εφόσον, εκεί, δεν υπήρχαν οφιόλιθοι.

Όμως, στην Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα και ιδιαίτερα στον χώρο της ζώνης του Αξιού, επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές, ώστε να δημιουργηθεί «χώρος» για να ενταχθούν μέσα σ’ αυτόν οι οφιόλιθοι. Οι αλλαγές αυτές ήταν καθαρά «τεχνητές» και ανάλογα προσαρμόσθηκαν και οι σχετικές «παρατηρήσεις». Εδώ, χρειάζεται να κάνουμε μερικές διευκρινίσεις:

Αρχικά, η ζώνη του Αξιού είχε θεωρηθεί, ως μία αύλακα, που παρεμβαλλόταν μεταξύ των δύο κρυσταλλικών μαζών, της Πελαγονικής και της Ροδόπης (Kossmat, 1924).

Αργότερα, αναγνωρίσθηκε ή ύπαρξη του όρους Πάικου, ως ασβεστολιθικής πλατφόρμας, στο κέντρο της ζώνης του Αξιού, και αυτό ανάγκασε τους ερευνητές να χωρίσουν την ζώνη του Αξιού σε τρεις υποζώνες, οι οποίες, από δυτικά προς τα ανατολικά, ονομάσθηκαν: Αλμωπίας (αύλακα), Πάικου (ύβωμα) και Παιονίας (αύλακα)(Mercier, !960).

Ταυτόχρονα, δόθηκε και στην Πελαγονική Ζώνη ο χαρακτήρας της ασβεστολιθικής πλατφόρμας (ύβωμα), ενώ δυτικά αυτής ιδρύθηκε η Υποπελαγονική Ζώνη (αύλακα) (Aubouin, 1959).

Σχετικά πρόσφατα, καθιερώθηκε και η ύπαρξη της Μαλιακής ζώνης (αύλακα), επίσης δυτικά της Πελαγονικής (Ferriere, 1982), για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη των οφιολίθων της Όθρυος, στην Κεντρική Ελλάδα.

Με την αναθεώρηση των απόψεων περί προέλευσης των οφιολίθων, οι παραπάνω αύλακες μετατράπηκαν σε ωκεανούς, οι οποίοι, στην συνέχεια, με την διαδικασία της obduction, έδωσαν, τελικά, τους οφιόλιθους της Ελλάδας. Καταλαβαίνουμε, βέβαια, ότι το αίτιο, που οδήγησε στην «δημιουργία» τόσο πολλών ωκεανών είναι οι πολυάριθμες εμφανίσεις οφιολίθων, που υπάρχουν στην Ελλάδα.

Όσον αφορά της Βόρεια Ελλάδα, οι ερευνητές δέχθηκαν, ότι μια ορογένεση συνέβη κατά το Άνω Ιουρασικό – Κάτω Κρητιδικό (Νεοκιμμερική), με αποτέλεσμα οι οφιόλιθοι να αποβληθούν από τον ωκεανό του  Αξιού και να τοποθετηθούν, ως τεκτονικό κάλυμμα, επάνω στα ανθρακικά ιζήματα του υβώματος της Πελαγονικής. Πιο συγκεκριμένα, οι οφιόλιθοι Άρνισσας – Βεγορίτιδος και Βερμίου θεωρήθηκαν ότι προήλθαν από την ζώνη του Αξιού, ενώ, με αυτήν την ίδια «λογική», οι οφιόλιθοι Καστοριάς και Βούρινου (δυτική Πελαγονική) θεωρήθηκαν ότι προήλθαν από την θάλασσα της Υποπελαγονικής.


4.4. Η επιστημονική διαμάχη μεταξύ των δύο θεωριών περί προέλευσης των οφιολίθων.

Η θεωρία της αποβολής ή εκβολής των οφιόλιθων από έναν ωκεανό, του Coleman, δεν ήταν μια θεωρία εύκολα αποδεκτή από του γεωλόγους. Διευκολύνθηκε, όμως, η επικράτησή της από το γεγονός ότι προηγούμενοι ερευνητές (Renz) είχαν διατυπώσει την άποψη ότι μεταξύ Ιουρασικού και Κρητιδικού είχε εκδηλωθεί μια ορογένεση, η οποία είχε ονομασθεί Νεοκιμμερική. Η Νεοκιμμερική πτύχωση ήταν γνωστή στην περιφέρεια του Ειρηνικού ωκεανού, ήταν, όμως, σχεδόν άγνωστη στην Ευρώπη και την Ασία.

Το κύριο επιχείρημα των ερευνητών, που συνηγορούσε υπέρ της απόψεως ότι και στην Ελλάδα έδρασε η Νεοκιμμερική ορογένεση, ήταν η λεγόμενη «Κρητιδική Επίκλυση», δηλαδή μια ασυμφωνία που παρατηρείται στην βάση των κρητιδικών ασβεστόλιθων της ανατολικής Κεντρικής Ελλάδας με τα υποκείμενα πετρώματα. Ποια ήταν, όμως, τα υποκείμενα πετρώματα των κρητιδικών ασβεστόλιθων;

Όπως αναφέρθηκε, ο Renz, που μελέτησε την Κεντρική και Νότια Ελλάδα, θεωρούσε, ότι τα υποκείμενα των κρητιδικών ασβεστόλιθων στρώματα αντιστοιχούσαν σε μια μεικτή σειρά πετρωμάτων, που ο ίδιος ονόμασε «Σχιστοκερατολιθική Διάπλαση με Οφιόλιθους». Η σειρά αυτή αποτελούταν από δύο ομάδες πετρωμάτων, τα εκρηξιγενή και τα ιζηματογενή, τα οποία, κατά τον Renz, είχαν, μεταξύ τους, εντελώς διαφορετική προέλευση:

Τα ιζηματογενή πετρώματα της διάπλασης αντιστοιχούσαν, σε κλαστικά ιζήματα (αργίλους, σχιστόλιθους και ψαμμίτες), τα οποία ο Renz υπέθετε, ότι προήλθαν από την ιζηματογένεση των υλικών της διάβρωσης μιας νεοκιμμερικής οροσειράς, που είχε αναδυθεί στην περιοχή της Ελλάδας, πριν από το Άνω Κρητιδικό. Δηλαδή αντιστοιχούσαν σε ένα είδος φλύσχη ιουρασικής – κρητιδικής ηλικίας. Δευτερευόντως, στην κλαστική αυτή σειρά ήταν δυνατόν να παρεμβάλλονται και οργανικά ιζήματα μεγάλου βάθους, όπως είναι οι ραδιολαρίτες και οι πελαγικοί ασβεστόλιθοι.

Όσον αφορά τα εκρηξιγενή πετρώματα, κατά τον Renz, αυτά προέρχονταν από υποθαλάσσιες εκχύσεις βασαλτικού – οφιολιθικού μάγματος, που συνέβησαν στον πυθμένα του ωκεανού (ή γεωσυγκλίνου) ταυτόχρονα με την διαδικασία απόθεσης των παραπάνω φλυσχοειδών πετρωμάτων.

Ο Renz, λοιπόν, αποδεχόμενος την θεωρία της ύπαρξης της νεοκιμμερικής ορογένεσης κατάφερε να «ερμηνεύσει» την συνύπαρξη σχιστοκερατολιθικής και οφιολιθικής φάσης, υποστηρίζοντας, ότι τα μεν ιζήματα αποτελούσαν ένα είδος φλύσχη προερχόμενου από την αποσάθρωση της νεοκιμμερικής οροσειράς, τα δε εκρηξιγενή πετρώματα προέρχονταν από το εσωτερικό της Γης.

Μερικοί, όμως, ερευνητές αμφισβήτησαν την ορθότητα αυτών των απόψεων, δεδομένου ότι ουδέποτε παρατηρήθηκαν φαινόμενα μεταμόρφωσης επαφής μεταξύ των ιζηματογενών (φλυσχοειδών) και των εκρηξιγενών (οφιολιθικών) μελών της διάπλασης, που να αποδεικνύουν ότι πράγματι αυτά τα πετρώματα σχηματίσθηκαν ταυτόχρονα. Όμως δεν μπόρεσαν να προτείνουν μια καλύτερη θεωρία.

Όπως είδαμε, στην 10ετία του 1970, η εισαγωγή της θεωρίας της obduction, δηλαδή της τεκτονικής τοποθέτησης των οφιόλιθων επάνω στα ηπειρωτικά περιθώρια, έμοιαζε να δίνει ένα τέλος στο πρόβλημα της απουσίας φαινομένων μεταμόρφωσης επαφής. Τα εκρηξιγενή μέλη της διάπλασης (οφιόλιθοι) σχηματίσθηκαν, αρχικά, πολύ μακριά από τα ιζήματα, στον πυθμένα των ωκεανών, και αργότερα μεταφέρθηκαν τοποθετήθηκαν τεκτονικώς επί των ιζηματογενών πετρωμάτων της διάπλασης (φλυσχοειδών) ή επί των μεταμορφωμένων τριαδικών ασβεστόλιθων, που είχαν ήδη αποτεθεί κανονικά επί των περιθωρίων της γειτονικής ηπείρου. Έτσι, εξηγήθηκε  «ικανοποιητικά» η απουσία φαινομένων μεταμόρφωσης επαφής. Δηλαδή, έγινε δεκτό ότι οι οφιόλιθοι έχουν ωκεάνια προέλευση, ενώ τα φλυσχοειδή (συνοδά ιζήματα) και οι τριαδικοί ασβεστόλιθοι έχουν ηπειρωτική προέλευση.

Επιπροσθέτως, έγινε δεκτό ότι η τοποθέτηση των οφιολίθων επί των φλυσχοειδών και των τριαδικών ασβεστόλιθων έγινε κατά το τέλος του Ιουρασικού, με την Νεοκιμμερική πτύχωση, και με αυτόν τον τρόπο «διασώθηκε» και η παλαιά άποψη περί ιουρασικής ηλικίας των οφιόλιθων. Εννοείται, ότι όταν ομιλούμε πλέον, για ηλικία των οφιολίθων, εννοούμε την ηλικία τοποθέτησής τους επί μιας ηπείρου και όχι την ηλικία γένεσής τους.


4.5. Παρατηρήσεις μου επί των οφιολιθικών εμφανίσεων της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας.

Όλα όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο ήταν εικασίες, που ουδέποτε αποδείχθηκαν. Στην πραγματικότητα οφιόλιθοι και σχιστοκερατόλιθοι είναι συγγενή πετρώματα που σχηματίσθηκαν σε αβυσσικά βάθη, στους ωκεανούς. Επίσης, εκτός από τον Brunn, που υποστήριξε ότι παρατήρησε οφιολίθους επί τριαδικών ασβεστόλιθων, κανείς μέχρι σήμερα δεν παρατήρησε παρόμοια επαφή, κανονική ή τεκτονική.

Αξίζει, συνεπώς, να ασχοληθούμε παρακάτω, λίγο περισσότερο, με το θέμα της στρωματογραφίας της Ανατολικής Ελλάδας.

Το 1998, στην Τροιζηνία, διαπίστωσα ότι οι τριαδικοί νηριτικοί ασβεστόλιθοι βρίσκονταν επωθημένοι επί μεγάλων οφιολιθικών μαζών (περιδοτιτών και σχιστοκερατόλιθων). Η εν λόγω επώθηση υπήρχε χαρτογραφημένη και στον γεωλογικό χάρτη του ΙΓΜΕ, χαρακτηρισμένη (αορίστως) ως τεκτονική επαφή.

Λίγο βορειότερα, στην περιοχή της Παλαιάς Επιδαύρου, ο γεωλογικός χάρτης του ΙΓΜΕ απεικονίζει κρητιδικούς ασβεστόλιθους επωθημένους, επίσης, επί των οφιολίθων. Την επαφή αυτή επιβεβαίωσα και ο ίδιος. Επομένως, χωρίς αμφιβολία στην περιοχή αυτή, έχουμε συγχρόνως τριαδικούς και κρητιδικούς ασβεστόλιθους επωθημένους επί των οφιολίθων.

Όμως, σύμφωνα με την στρωματογραφία της Υποπελαγονικής ζώνης (στην οποία πιθανότατα ανήκουν οι σχηματισμοί της Τροιζηνίας), οι οφιόλιθοι έχουν ιουρασική ηλικία.

Επομένως, οι οφιόλιθοι θα έπρεπε να καλύπτουν τους τριαδικούς ασβεστόλιθους και όχι να καλύπτονται  από αυτούς και μάλιστα με επώθηση. Επίσης, οι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι έπρεπε να είναι επικλυσιγενείς επί των οφιολίθων και όχι επωθημένοι.

Είχαμε, λοιπόν, στην Τροιζηνία, ασυμβατότητα μεταξύ θεωρίας και παρατηρήσεων. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφορμή για να ασχοληθώ συστηματικά με το θέμα των οφιόλιθων. Έτσι, ξεκίνησα να ταξιδεύω στην Ελλάδα και να αναζητώ θέσεις, όπου μπορούσα να παρατηρήσω τις επαφές μεταξύ οφιόλιθων και ασβεστόλιθων και να καταγράφω το είδος των επαφών και τα διάφορα συναφή φαινόμενα. Ο στόχος ήταν πάντοτε ο ίδιος: Η διάψευση ή η επαλήθευση της θεωρίας περί ιουρασικής ηλικίας των οφιόλιθων.

Όπως ήταν φυσικό, οι αναζητήσεις μου ξεκίνησαν από την Υποπελαγονική Ζώνη και την Ανατολική Κεντρική Ελλάδα, όπου αφθονούν οι εμφανίσεις οφιόλιθων, και επεκτάθηκαν στην Δυτική Μακεδονία και την Πίνδο.

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, ο Renz είχε επισημάνει, ότι εκτός από τους ιουρασικούς οφιόλιθους της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης, υπήρχαν οφιόλιθοι και μέσα στην λεγόμενη Περμοτριαδική Ακολουθία (Παλαιοζωικής ηλικίας) αλλά και μέσα στον Φλύσχη της Ζώνης Ανατολικής Ελλάδας (Καινοζωικής ηλικίας). 

Σύμφωνα με τον Renz, στην Ζώνη Ανατολικής Ελλάδας, που αποτελούσε το αντίστοιχο της Υποπελαγoνικής Ζώνης του Aubouin, τα κατώτερα στρώματα αντιστοιχούσαν στα υποκείμενα των τριαδικών ασβεστόλιθων, που ανήκαν στην λεγόμενη Περμοτριαδική Κλαστική Ακολουθία.

Τα στρώματα αυτά είχαν εντοπισθεί στην Πάρνηθα, Σαλαμίνα, Ύδρα, Λοκρίδα (Αταλάντη, Μελιδόνι), Όθρυ, Εύβοια κλπ. Σύμφωνα με διάφορους συγγραφείς τα πετρώματα αυτά αντιστοιχούσαν σε αργιλικούς σχιστόλιθους και ψαμμίτες, ενίοτε ελαφρά μεταμορφωμένους σε φυλλίτες. Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνταν εντός της σειράς και γνεύσιοι και οφιόλιθοι. Το σύνολο αυτών των πετρωμάτων θεωρήθηκε ότι είχε πολύ παλαιά ηλικία, Άνω-Παλαιοζωική - Κάτω-Μεσοζωική.

Γενικά, η υπερκείμενη της Περμοτριαδικής Ακολουθίας ενότητα, ήταν παραδεκτό από όλους, ότι αντιστοιχούσε στους νηριτικούς τριαδικούς ασβεστόλιθους. Διαφωνία των ερευνητών υφίστατο μόνο ως προς το ζήτημα εάν οι Τριαδικοί ασβεστόλιθοι ήταν επικλυσιγενείς ή επωθημένοι επί της Περμοτριαδικής Ακολουθίας.

Όμως, οι λεπτομερείς παρατηρήσεις μου, που έγιναν σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, έδειξαν διαφορετικά πράγματα.

Όπως διαπίστωσα, στην Ανατολική Ελλάδα οι ασβεστόλιθοι, που αναφέρονται στους γεωλογικούς χάρτες του ΙΓΜΕ ως ασβεστόλιθοι του Κρητιδικού, δεν είναι επικλυσιγενείς αλλά είναι πάντοτε επωθημένοι επί της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης με Οφιόλιθους. Δηλαδή, η περίφημη Κρητιδική Επίκλυση, δεν υπήρχε. Προφανώς ήταν μια επινόηση του Renz, που στόχο είχε να εξυπηρετήσει την θεωρία περί ύπαρξης της Νεοκιμμερικής πτύχωσης στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα το υποτιθέμενο κροκαλοπαγές επικλύσεως, που βρίσκεται στην βάση των ασβεστόλιθων, είναι ένα λατυποπαγές επωθήσεως.

Παρακολουθώντας την βάση των άλλων ασβεστολιθικών εμφανίσεων και ιδιαίτερα των τριαδικών, διαπίστωσα, ότι και αυτοί οι ασβεστόλιθοι είναι πάντοτε επωθημένοι επί μιας φλυσχοειδούς – σχιστολιθικής ενότητας που αναφέρεται συνήθως στην βιβλιογραφία (ιδίως στην Αττική) ως Λιθανθρακοπέρμιο ή Περμοτριαδική Ακολουθία.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, υπήρχε μια αναλογία μεταξύ όλων των εμφανίσεων των μεσοζωικών ασβεστόλιθων, που μπορούσε να συνοψισθεί σε μια φράση:  Όλοι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ανατολικής Ελλάδας ήταν επωθημένοι, άλλοτε επί της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης και άλλοτε επί της περμοτριαδικής ακολουθίας.

Με άλλα λόγια, όλοι οι ασβεστόλιθοι ήταν επωθημένοι επί δύο διαφορετικών ενοτήτων ιζημάτων φλυσχοειδούς μορφής, τα οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε απόψεις, αντιστοιχούσαν σε κλαστικά ιζήματα προερχόμενα από την αποσάθρωση παλαιών γειτονικών οροσειρών.

Υπήρχε, όμως, και ένα παράδοξο φαινόμενο στις παρατηρήσεις μου, που κέντρισε την περιέργειά μου: Οι σχηματισμοί, που έβλεπα στο ύπαιθρο και αναφέρονταν στους γεωλογικούς χάρτες του ΙΓΜΕ ως ενότητα της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης με οφιόλιθους, έμοιαζαν καταπληκτικά με τους σχηματισμούς που αναφέρονταν στους ίδιους χάρτες ως ενότητα της περμοτριαδικής ακολουθίας. Δηλαδή, και οι δύο ενότητες αποτελούνταν από σχιστόλιθους, ενίοτε ελαφρά μεταμορφωμένους, και από λάβες, οφιόλιθους και κερατόλιθους. Τελικά, τα λιθολογικά χαρακτηριστικά των δύο ενοτήτων ήταν πανομοιότυπα, αλλά στους χάρτες αναφέρονται ως δύο διαφορετικές ενότητες. 

Το σημαντικότερο όμως ήταν, ότι ομοιότητα υπήρχε και στους μυλονίτες της βάσης των επωθημένων ασβεστόλιθων, ανεξάρτητα εάν οι ασβεστόλιθοι ήταν τριαδικοί ή κρητιδικοί. Αυτό θα μπορούσε να έχει την μια λογική εξήγηση, ότι πρώτα είχε συμβεί μια επώθηση των τριαδικών ασβεστόλιθων επί της περμοτριαδικής ακολουθίας και αργότερα μια επώθηση των κρητιδικών ασβεστόλιθων επί της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης.

Όμως, παρατήρησα, ότι το υψόμετρο των δύο επιφανειών επώθησης συνέπιπτε συνήθως, και είχα την αίσθηση, ότι τόσο οι τριαδικοί, όσο και οι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι είχαν επωθηθεί ταυτόχρονα επάνω στα ιζήματα φλυσχοειδούς σύστασης (της Περμοτριαδικής ακολουθίας και της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης).

Υπήρχε όμως και κάτι, που δεν ήταν δυνατόν να εξηγηθεί εύκολα και αυτό ήταν ο καθορισμός της στρωματογραφικής θέσης των οφιόλιθων.

Οι σύγχρονοι ερευνητές, όπως ανέφερα, δέχονται ότι οι οφιόλιθοι είναι αλλόχθονες ωκεάνιοι σχηματισμοί, που τοποθετήθηκαν κατά το τέλος του Ιουρασικού επί των τριαδικο-ιουρασικών ασβεστόλιθων της ζώνης Ανατολικής Ελλάδας, ακολουθώντας την διαδικασία της obduction.

Όμως εγώ, στις διάφορες εξερευνήσεις μου, δεν διαπίστωνα τα παραπάνω. Αντίθετα, έβλεπα, ότι οφιόλιθοι, ακριβώς ίδιοι με τους «ιουρασικούς», υπήρχαν και μέσα στην περμοτριαδική διάπλαση να υπόκεινται των τριαδικών ασβεστόλιθων. Τι συνέβαινε, λοιπόν; Είχαμε μια τοποθέτηση οφιόλιθων (obduction) και πριν από το Τριαδικό; Αυτό έμοιαζε να είναι εντελώς απίθανο.

Διότι, το γεωλογικό μου ένστικτο δεν μπορούσε να παραδεχθεί ότι ήταν δυνατόν να έχουμε δύο διαφορετικές τοποθετήσεις οφιολίθων, προερχομένων από ωκεανούς, οι οποίες να έχουν επαναληφθεί σε διαφορετικές εποχές και μάλιστα στην ίδια περιοχή της Γης. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι άλλο συνέβαινε.


4.6. Σχέση μεταξύ της Περμοτριαδικής Ακολουθίας, της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης και των Οφιολίθων τους.

Το κλειδί για την λύση του αινίγματος της σχέσης μεταξύ των οφιολίθων της Περμοτριαδικής Ακολουθίας και της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης μου το έδωσε μια διαδρομή στην Πάρνηθα, στο Κάστρο της Φυλής, το 2003.

Παρατήρησα τότε, ότι επί ενός σχηματισμού, που στον χάρτη του ΙΓΜΕ αναφερόταν ως φλύσχης, υπήρχαν επωθημένοι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι. Ο φλύσχης αυτός είχε τα χαρακτηριστικά του σχιστόλιθου των Αθηνών, επάνω στον οποίο, ως γνωστόν, βρίσκονται επωθημένοι οι κρητιδικοί ασβεστόλιθοι των λόφων της Αθήνας (Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Τουρκοβούνια). 

Τότε, αντιλήφθηκα, για πρώτη φορά, ότι τρεις φλυσχοειδείς ενότητες, που αναφέρονταν από τον Renz ότι εμφανίζονται στην Κεντρική Ανατολική Ελλάδα, δηλαδή α) τα Λιθανθρακοπέρμια στρώματα (ή Περμοτριαδική ακολουθία), β) η Σχιστοκερατολιθική Διάπλαση με Οφιόλιθους και γ) ο Φλύσχης (της Υποπελαγονικής ή του Παρνασσού), στην πραγματικότητα αποτελούν όλες μαζί μια ενότητα, επάνω στην οποία έχουν επωθηθεί όλοι οι μεσοζωικοί ασβεστολιθικοί σχηματισμοί της Αττικής, της Βοιωτίας και γενικότερα της πρώην Υποπελαγονικής ζώνης. Σύμφωνα με όλες τις παρατηρήσεις, που είχα κάνει μέχρι τότε, στην ίδια ενότητα με τα φλυσχοειδή θα έπρεπε να περιληφθεί και ο Σχιστόλιθος των Αθηνών, ο οποίος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια ημιμεταμορφωμένη παραλλαγή της Σχιστοκερατολιθικής Διάπλασης με Οφιόλιθους ή της Περμοτριαδικής Ακολουθίας.

Επιπροσθέτως, αντιλήφθηκα, ότι οι τέσσερις φλυσχοειδείς ενότητες (Λιθανθρακοπέρμιο, Σχιστοκερατολιθική Διάπλαση, Φλύσχης και Σχιστόλιθος των Αθηνών) δεν είχαν προέλευση κλαστική - ηπειρωτική, όπως υπέθεταν οι Renz, Aubouin και Μαράτος, αλλά προέλευση ωκεάνια (αβυσσική). Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο πάντα τα φλυσχοειδή αυτά πετρώματα συνοδεύονται και από οφιόλιθους, που αναμφισβήτητα έχουν ωκεάνια προέλευση.

Το λάθος των ερευνητών, τόσο της εποχής εκείνης (δεκαετία 1950), όσο και της σημερινής, είναι ότι θεωρούσαν και θεωρούν τα παραπάνω πετρώματα ως «κλαστικούς» σχηματισμούς προερχόμενους από την αποσάθρωση παλαιών οροσειρών. Μάλιστα θεωρούσαν ότι είχαν σχηματισθεί σε τρεις διαφορετικές εποχές: α) τα μεταμορφωμένα πετρώματα τα θεωρούσαν ότι είχαν παλαιοζωική (περμική) ηλικία, β) τα ημιμεταμορφωμένα ότι είχαν μεσοζωική (ιουρασική) ηλικία και γ) τα αμεταμόρφωτα (φλυσχοειδή) ότι είχαν καινοζωική ηλικία.

Ο ίδιος ο Renz είχε αντιληφθεί ότι υπήρχαν οφιόλιθοι μέσα και στις τρεις αυτές ενότητες πετρωμάτων και για τον λόγο αυτό είχε υποστηρίξει, ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές περίοδοι οφιολιθικών εκχύσεων μέσα στα κλαστικά ιζήματα, δηλαδή εκχύσεις παλαιοζωικής, μεσοζωικής και καινοζωικής ηλικίας.

Επίσης, πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Renz θεωρούσε ότι η δημιουργία κάθε μιας από τις «κλαστικές» σειρές οφειλόταν και σε μια διαφορετική ανάδυση ενός τμήματος της Ελλάδας, δηλαδή σε μιαν άλλη ορογένεση. Έτσι, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είχαν γίνει τρεις διαδοχικές ορογενέσεις στην Ανατολική Ελλάδα: η πρώτη στο Πέρμιο, η δεύτερη στο Ιουρασικό και η τρίτη (η κυρίως αλπική) στο Ηώκαινο - Ολιγόκαινο.


4.7. Συγχώνευση των οφιολιθικών - αργιλοψαμμιτικών ενοτήτων.

Με βάση τις δικές μου αντιλήψεις, που ανέφερα παραπάνω, οι τρεις «κλαστικές-ηπειρωτικές» ενότητες του Renz συγχωνεύονται σε μία μόνο ωκεάνια ενότητα, η οποία έχει τις εξής ιδιότητες:

Α) Από πετρολογικής απόψεως, έχει τα χαρακτηριστικά ενός ωκεάνιου πυθμένα, όπου συνυπάρχουν διάφορα εκρηξιγενή πετρώματα. Τέτοια πετρώματα είναι οι περιδοτίτες, οι βασάλτες, οι λάβες και οι τόφφοι, οι οφιόλιθοι κλπ.

Β) Εκτός από εκρηξιγενή πετρώματα, η ωκεάνια ενότητα έχει και ιζηματογενή και αυτά αντιστοιχούν στον φλύσχη ή σε διάφορες φλυσχοειδείς παραλλαγές του. Μέχρι σήμερα, ο φλύσχης θεωρείται ως «κλαστικό» ίζημα προερχόμενο από την αποσάθρωση αναδυόμενων οροσειρών. Η δική μου αντίληψη είναι ότι ο φλύσχης είναι ίζημα «αβυσσικού περιβάλλοντος», που σχηματίσθηκε στον πυθμένα των ωκεανών, σε πολύ μεγάλες αποστάσεις από τις ηπείρους και σε συνθήκες που δεν έχουν καμία σχέση με την ορογένεση.

Γ) Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις που έχω, ο φλύσχης έχει αποτεθεί επάνω από τα εκρηξιγενή πετρώματα που συγκροτούν την βαθύτερη στοιβάδα του ωκεάνιου φλοιού.

Δ) Από απόψεως τεκτονικής θέσεως, διευκρινίζεται ότι η ωκεάνια ενότητα πετρωμάτων αποτελεί το ενιαίο υπόβαθρο επάνω στο οποίο επωθήθηκαν όλοι οι μεσοζωικοί ασβεστόλιθοι της Ελλάδας. Αυτό επιβάλλει την αναθεώρηση της στρωματογραφίας της Ελλάδας, όπου ο φλύσχης θεωρείται ως ηπειρωτικό ίζημα, που καλύπτει τις ασβεστολιθικές σειρές. 

Ε)  Όλα τα ασβεστολιθικά πετρώματα αποτελούν αλλόχθονες σχηματισμούς που προέρχονται από την ιζηματογένεση που έγινε σε αβαθείς θάλασσες, σε περιβάλλον ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, δηλαδή σε περιβάλλον άσχετο προς το περιβάλλον σχηματισμού  των οφιολίθων και του φλύσχη.

ΣΤ) Η σημερινή ανάμιξη των πετρωμάτων ηπειρωτικής και ωκεάνιας προέλευσης, που παρατηρείται μέσα στις οροσειρές, οφείλεται στο γεγονός ότι οι ασβεστόλιθοι επωθήθηκαν επάνω στο ενιαίο φλυσχοειδές - οφιολιθικό υπόβαθρο της Ελλάδας, σχετικά πρόσφατα (κατά το τέλος του Μειοκαίνου) και σχημάτισαν διάφορα τεκτονικά καλύμματα, τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο.

Οι έρευνές μου έδειξαν, ότι όλοι οι ασβεστόλιθοι των δυτικών ζωνών της Ελλάδας (Πίνδου, Τρίπολης και Ιονίου) βρίσκονται επωθημένοι επί ενός και μόνον φλύσχου, που συνήθως αναφέρεται στην βιβλιογραφία σαν φλύσχης της Πίνδου ή της Ιονίου ζώνης.

Παρακάτω, για να μην υπάρξει παρεξήγηση, χρησιμοποιώ τον όρο «φλυσχοειδή» πετρώματα, αντί του όρου «κλαστικά», για τα αβυσσικά ιζήματα, επειδή ο όρος «κλαστικά» παραπέμπει σε έννοιες αποσάθρωσης και μεταφοράς υλικών, που δεν έχουν σχέση με το αβυσσικό περιβάλλον. Επομένως, τα «φλυσχοειδή» πετρώματα, σύμφωνα με την δική μου ορολογία, είναι τα πυριτικά ιζήματα (άργιλοι και ψαμμίτες), που σχηματίσθηκαν σε πολύ μεγάλο βάθος από την κατακρήμνιση των πυριτικών σωματιδίων που αιωρούνται μέσα στο θαλασσινό νερό.

Όπως θα δούμε παρακάτω, ο ρόλος του «κλαστικού» ιζήματος, δηλαδή του πετρώματος που σχηματίζεται από την ανάδυση και αποσάθρωση γειτονικών ηπείρων, σύμφωνα με την δική μου ορολογία, περιορίζεται πλέον μόνο στην μολάσσα. Έτσι υπάρχει σαφής διαχωρισμός, ως προς την γένεση των πετρωμάτων αυτών, μεταξύ του «φλύσχη» και της «μολάσσας».


4.8. Τελικά συμπεράσματα επί των Οφιολίθων, της Περμοτριαδικής Ακολουθίας και των Φυλλιτών.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι οφιόλιθοι προέρχονται από ηφαιστειακές αναβλύσεις που δημιουργήθηκαν στον πυθμένα ενός ωκεανού.

Γενικά, μπορούμε να δεχθούμε, ότι οι συνοδεύοντες τους οφιόλιθους σχιστοκερατόλιθοι προέρχονται από αιωρούμενα μέσα στο νερό του ωκεανού αργιλοπυριτικά τεμαχίδια, τα οποία καθιζάνουν και σχηματίζουν στρώματα σε αβυσσικά βάθη μεγαλύτερα από 4000 μ. όπου απουσιάζει εντελώς η ασβεστολιθική ιζηματογένεση.

Στην συνέχεια, τα αργιλοπυριτικά ιζήματα υφίστανται τις διαδικασίες της διαγένεσης ή και της μεταμόρφωσης και τελικά (μετά την ορογένεση) αναδύονται και εμφανίζονται στην επιφάνεια της Γης σε μεγάλη ποικιλία πετρολογικών τύπων (αργιλικοί σχιστόλιθοι, μαρμαρυγιακοί σχιστόλιθοι, αμφιβολίτες, γνεύσιοι, σχιστοκερατόλιθοι).

Η παλαιότερη άποψη, ότι οι οφιόλιθοι έχουν τοποθετηθεί (κανονικά ή τεκτονικά) επάνω στους τριαδικούς ασβεστόλιθους της Πελαγονικής ζώνης, δεν επαληθεύεται από τις παρατηρήσεις μου στο ύπαιθρο. Ουδέποτε παρατήρησα στην Ελλάδα το υπόβαθρο της οφιολιθικής σειράς. Όπως συμπέρανα, μετά από πολλές έρευνες, το πάχος της οφιολιθικής σειράς είναι απροσδιόριστο και σίγουρα πολύ μεγάλο, πράγμα που διαπιστώνεται εύκολα και στον Βούρινο και στην Όθρυ.

Οι αναφορές του Brunn, περί τριαδικού υποβάθρου των οφιόλιθων, στον ανατολικό Βούρινο (ρέμα Ζυγόστη) είναι εντελώς λανθασμένες. Όπως διαπίστωσα ο ίδιος, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή οι μεταμορφωμένοι τριαδικοί ασβεστόλιθοι (της Πελαγονικής Ζώνης) βρίσκονται επωθημένοι επάνω στην οφιολιθική μάζα του Βούρινου.

Σε προηγούμενη παράγραφο ανέφερα, ήδη, ότι στην Τροιζηνία, τριαδικοί ασβεστόλιθοι μη μεταμορφωμένοι βρίσκονται, επίσης, επωθημένοι επί του οφιολιθικού συμπλέγματος. 

Η παλαιότερη άποψη, ότι η σχιστοκερατολιθική διάπλαση με οφιόλιθους καλύπτεται από την κρητιδική επίκλυση, δεν επαληθεύθηκε από τις παρατηρήσεις μου. Αντίθετα, πολυάριθμες παρατηρήσεις μου στην Ανατολική - Κεντρική Ελλάδα έδειξαν ότι επάνω από την οφιολιθική σειρά έχει τοποθετηθεί τεκτονικά, με επώθηση, μια νηριτική σειρά ασβεστόλιθων, η ηλικία της οποίας κυμαίνεται από το Κάτω Ιουρασικό μέχρι το Ηώκαινο.

Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την παρατήρηση, που ήδη ανέφερα, ότι επάνω στην οφιολιθική σειρά συναντώνται επωθημένοι και οι τριαδικοί νηριτικοί ασβεστόλιθοι, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μεσοζωικοί και ηωκαινικοί νηριτικοί ασβεστόλιθοι της Ανατολικής - Κεντρικής Ελλάδας συγκροτούν μια ενιαία και συνεχή ενότητα, που έχει επωθηθεί επάνω στην σχιστοκερατολιθική διάπλαση με οφιόλιθους με την μορφή τεκτονικού καλύμματος. Η ενότητα αυτή αντιστοιχεί στους ασβεστόλιθους που αναφέρονται στην κλασσική βιβλιογραφία ως Ασβεστόλιθοι της Υποπελαγονικής Ζώνης και της Ζώνης του Παρνασσού.

Πρέπει να σημειώσουμε, ότι, πετρογραφικώς, οι ασβεστόλιθοι των δύο ζωνών είναι παρόμοιοι. Ο παλαιότερος διαχωρισμός τους οφείλεται στο γεγονός, ότι στην γεωγραφική περιοχή της Υποπελαγονικής Ζώνης, οι εν λόγω ασβεστόλιθοι βρίσκονται επωθημένοι επάνω σε υπόβαθρο, που αποτελείται από οφιόλιθους και σχιστοκερατόλιθους, ενώ στην γεωγραφική περιοχή της Ζώνης του Παρνασσού οι ίδιοι ασβεστόλιθοι βρίσκονται επωθημένοι επάνω σε σχιστοκερατόλιθους και φλύσχη. Γενικώς, ο φλύσχης αποτελεί το υπερκείμενο των οφιολίθων και σχιστοκερατολίθων στρώμα και συγγενεύει με αυτούς, καθ’ όσον είναι και αυτός πέτρωμα αβυσσικής ιζηματογένεσης.

Από όσα αναφέρω πιο πάνω, δεν πρέπει να δημιουργηθεί στον αναγνώστη η εντύπωση ότι επάνω από την οφιολιθική – φυλλιτική σειρά (και τον φλύσχη) βρίσκονται επωθημένοι μόνο οι νηριτικοί ασβεστόλιθοι της Ανατολικής Ελλάδας. Στην πραγματικότητα επάνω από την οφιολιθική σειρά (και τον φλύσχη), σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, βρίσκονται επωθημένοι και άλλοι τύποι ασβεστόλιθων, όπως οι πελαγικοί ασβεστόλιθοι της Πίνδου, της Ιονίου Ζώνης, καθώς και των ζωνών Γαβρόβου και Τρίπολης. 

Μου δίνεται εδώ η ευκαιρία να αναφέρω, ότι στην Κρήτη, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, επάνω στο Φυλλιτικό Σύστημα βρίσκεται επωθημένη και η μεταμορφωμένη ενότητα των Πλακωδών Ασβεστόλιθων ή Plattenkalk ή ενότητα Κρήτης - Μάνης. Η ενότητα αυτή αναφέρεται, εσφαλμένα, σε όλους τους χάρτες, ως σχηματίζουσα το υπόβαθρο της Κρήτης ή ως ανήκουσα στην Ιόνιο ζώνη. Στην πραγματικότητα αποτελεί τεκτονικό κάλυμμα, που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Πλάκα. Το ίδιο κάλυμμα, στην ίδια τεκτονική θέση, εμφανίζεται και στον Πάρνωνα, σε μεγάλα υψόμετρα, κοντά στο χωριό Κοσμάς.

Στα πλαίσια της Θεωρίας της Επαλληλίας των Τεκτονικών Πλακών Ευρώπης και Αφρικής, οι Φυλλίτες και η Περμοτριαδική Ακολουθία εντάσσονται στην Αφρικανική Πλάκα και καταλαμβάνουν στρωματογραφική θέση άνωθεν των οφιολίθων και αμέσως κάτωθεν του Φλύσχου.

Τα πολύ χαλαρά μέλη του σχιστοκερατολιθικού συμπλέγματος μοιάζουν έντονα με φλύσχη. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο Καλλίδρομο και στο Βελεστίνο, όπου τα όριά τους με το Νεογενές, που τα καλύπτει επικλυσιγενώς, διακρίνονται πολύ δύσκολα, διότι λιθολογικώς οι δύο ορίζοντες ομοιάζουν πολύ.

Τα εντόνως μεταμορφωμένα μέλη των σχιστοκερατολίθων έχουν την μορφή πρασινοσχιστολίθων ή και πράσινων γνευσίων, που περιέχουν οφιόλιθους. Σε μερικές περιοχές, λόγω του υψηλού βαθμού μεταμόρφωσης συγχέονται (βιβλιογραφικώς) με άλλα μεταμορφωμένα πετρώματα της Ανατολικής Ελλάδας, όπως είναι π.χ. ορισμένοι γνεύσιοι του Πηλίου, και της Αττικοκυκλαδικής Μάζας, τα οποία, όμως, πετρώματα έχουν διαφορετική προέλευση, διότι ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Πλάκα.


4.9. Γεωγραφική κατανομή των εμφανίσεων του οφιολιθικού συμπλέγματος στην Ελλάδα.

Όσον αφορά την γεωγραφική εξάπλωση των οφιολίθων και των φυλλιτών σχιστοκερατόλιθων, πρέπει να επισημάνουμε ότι τα πετρώματα αυτά συναντώνται, επιφανειακώς, κυρίως στην Ανατολική Ελλάδα, Θεσσαλία, Μακεδονία και Κρήτη.

Στην Δυτική Ελλάδα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά συχνά βρίσκονται κάτω από τα στρώματα του φλύσχη, που επίσης αποτελεί ωκεάνιο σχηματισμό της Αφρικανικής Πλάκας. Χαρακτηριστικές εμφανίσεις είναι οι οφιόλιθοι του Σμόλικα και της Κεντρικής Πίνδου, που αποτελούν τον πυρήνα του μεγάλου Αντικλίνου της Πινδικής Οροσειράς.

Η γεωγραφική εξάπλωση του φυλλιτικού - οφιολιθικού υπόβαθρου είναι τεράστια. Παρακάτω δίνω, σύντομα, μερικά γεωγραφικά στοιχεία.

Στην Φθιώτιδα και την Βοιωτία, το φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο είναι εντελώς αμεταμόρφωτο ή χαλαρό και έχει μεγάλες επιφανειακές εμφανίσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να συγχέεται με φλύσχη ή με νεογενείς λιμναίες αποθέσεις. Σε πολλούς χάρτες της περιοχής αυτής, οι αναφορές σε φλύσχη της Ανατολικής Ελλάδας είναι λανθασμένες. Στην πραγματικότητα, οι εμφανίσεις αυτές αντιστοιχούν σε φυλλίτες ή οφιόλιθους.

Τα ασβεστολιθικά όρη Όθρυς, Καλλίδρομο, Κνημίς, Χλωμόν, Πτώον και Κτυπάς, στην πλευρά του Ευβοϊκού Κόλπου και Ελικώνας και Κιθαιρώνας, στην πλευρά του Κορινθιακού Κόλπου, αποτελούν λαμπρά παραδείγματα επώθησης του νηριτικού ανθρακικού καλύμματος επί της οφιολιθικής σειράς, που σχηματίζει το γενικό υπόβαθρο.

Η αποξηραμένη λίμνη Κωπαΐδας, οι λίμνες Υλίκη και Παραλίμνη καθώς και η πεδιάδα των Θηβών αποτελούν τεκτονικά παράθυρα από φυλλίτες και οφιόλιθους, που προβάλλουν μέσα και κάτω από το νηριτικό κάλυμμα. Οι λεκάνες αυτές καλύπτονται σήμερα από λεπτό στρώμα τεταρτογενών προσχώσεων, που εμποδίζουν την απ' ευθείας παρατήρηση των φυλλιτών και οφιολίθων.

Στην περιοχή της Αττικής το φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο είναι ελαφρά μεταμορφωμένο. Περίφημα δείγματα αυτού του υπόβαθρου είναι τα παλαιοζωικά στρώματα της Πάρνηθας, ο σχιστόλιθος των Αθηνών και ο σχιστόλιθος της Καισαριανής. Επάνω σ' αυτό το υπόβαθρο έχει επωθηθεί το νηριτικό ανθρακικό κάλυμμα της Πάρνηθας, του Αιγάλεω, της Ακρόπολης, του Λυκαβηττού, του Πατέρα, των Γερανείων κλπ. και γενικά όλοι οι μη μεταμορφωμένοι ασβεστόλιθοι της Αττικής. Εκτός, όμως αυτών, όπως θα δούμε πιο κάτω, επάνω στο φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο της Αττικής έχουν επωθηθεί και οι μεταμορφωμένες ενότητες του Υμηττού και της Πεντέλης.

Στο κέντρο περίπου του αντικλίνου της Πάρνηθας, στο οροπέδιο των Σκούρτων (Δερβενοχώρια), το ασβεστολιθικό κάλυμμα διακόπτεται και εμφανίζεται με την μορφή παραθύρου το υποκείμενο φυλλιτικό υπόβαθρο. Η περιοχή είναι εντελώς ισοπεδωμένη, αποτέλεσμα της τεκτονικής διάβρωσης που προκλήθηκε από την προώθηση των ασβεστόλιθων επάνω στο μαλακό σχιστολιθικό υπόβαθρο.

Στις περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας (εκτός Πηλίου), το φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο αντιπροσωπεύεται από σχιστόλιθους, οφιόλιθους και μεταμορφωμένα ηφαιστειοϊζηματογενή πετρώματα, τα οποία στην βιβλιογραφία αναφέρονται ως melanges. Η μεταμόρφωση είναι προχωρημένη και φθάνει μέχρι την γρανιτοποίηση του πετρώματος.

Γνωστό παράδειγμα είναι οι σχιστόλιθοι της Θεσσαλονίκης (Χορτιάτη) επάνω στους οποίους έχουν επωθηθεί οι ασβεστόλιθοι του Ασβεστοχωρίου. Παρόμοια διάταξη ισχύει και για τα όρη Πάικο και Βέρμιο.

Όμως το διασημότερο παράδειγμα είναι ο Όλυμπος και ο Κίσαβος (Όσσα). Εκεί, οι παρατηρήσεις μου έδειξαν, ότι η βάση αυτών των μεγάλων ορεινών όγκων συγκροτείται αποκλειστικά από φυλλίτες και οφιόλιθους, ενώ οι κορυφές τους στέφονται, κυριολεκτικά, από ημιμεταμορφωμένους τριαδικούς ασβεστόλιθους του νηριτικού ασβεστολιθικού καλύμματος. Επομένως οι παρατηρήσεις μου διαψεύδουν την θεωρία περί της υπάρξεως του τεκτονικού παραθύρου του Ολύμπου (Godfriaux, 1968).

Στην Ανατολική Πελοπόννησο, το φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο εμφανίζεται στην περιοχή της Αργολίδας και του Πάρνωνα. Ο Κροκεάτης Λίθος είναι ονομαστό ηφαιστειακό πέτρωμα, που ανήκει σ' αυτήν την ενότητα. Επίσης γνωστά είναι τα στρώματα του Τυρού και των Μολάων (Κτενάς 1924, 1926), που τα κατατάσσω στην ίδια ενότητα. Το νηριτικό ανθρακικό κάλυμμα αντιπροσωπεύεται στις περιοχές αυτές από τους γνωστούς ασβεστόλιθους και δολομίτες των ζωνών Παρνασσού και Τρίπολης.

Λίγο βορειότερα, όμως, στην περιοχή του Άργους, παρατήρησα ότι το κάλυμμα των οφιόλιθων και φυλλιτών δεν αποτελείται από νηριτικούς ασβεστόλιθους, αλλά από του γνωστούς πελαγικούς ασβεστόλιθους της Πίνδου.

Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και στην περιοχή Λαμίας και Δομοκού, όπου επάνω από το φυλλιτικό - οφιολιθικό υπόβαθρο βρίσκονται επωθημένοι πελαγικοί ασβεστόλιθοι της Πίνδου.

Στην Σαντορίνη και στην Κρήτη το φυλλιτικό υπόβαθρο ονομάζεται Φυλλιτικό Σύστημα. Επάνω στην σειρά αυτή έχουν επωθηθεί τόσο οι ασβεστόλιθοι της ζώνης της Τρίπολης, όσο και οι ασβεστόλιθοι της ζώνης της Πίνδου.

Οι οφιόλιθοι της Κρήτης, στους γεωλογικούς χάρτες αναφέρονται να συνυπάρχουν με τον φλύσχη, ο οποίος εικάζεται ότι είναι φλύσχης της ζώνης της Τρίπολης. Αυτό είναι εντελώς εσφαλμένο. Στην πραγματικότητα τα στρώματα, που θεωρούνται σαν φλύσχης, είναι μη μεταμορφωμένα ή ελάχιστα μεταμορφωμένα μέλη της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης. Για τον λόγο αυτό συχνά συνοδεύονται από τις οφιολιθικές εμφανίσεις.








ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥ BLOG